Άγνωστα στοιχεία από τη μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.)

Advertisement

Έλληνες και Πέρσες στη Βοιωτία

Ο Μαρδόνιος, όταν πληροφορήθηκε τις κινήσεις του Παυσανία, αφού κατέστρεψε εντελώς την Αθήνα, εγκατέλειψε την Αττική και συμπτύχθηκε στη Θήβα, οι ηγέτες της οποίας είχαν μηδίσει. Ύστερα, έστειλε το ιππικό του και τμήμα του στρατού του εναντίον 1.000 Σπαρτιατών που βρίσκονταν στα Μέγαρα. Όταν όμως έμαθε ότι ο υπόλοιπος σπαρτιατικός στρατός βρισκόταν στον Ισθμό, κατευθύνθηκε προς τη Βοιωτία από τη Δεκέλεια, μια διάβαση της Πάρνηθας και την Τανάγρα. Βασικός του στόχος ήταν να προσελκύσει τα ελληνικά στρατεύματα να κατεβούν στη βοιωτική πεδιάδα.

Οι Σπαρτιάτες, αφού πέρασαν τον Ισθμό, ενισχύθηκαν με 3.000 Μεγαρείς και ενώθηκαν στην Ελευσίνα με τον αθηναϊκό στρατό (8.000 οπλίτες) και 600 Πλαταιείς. Φαίνεται ότι τελικά οι Έλληνες παρατάχθηκαν στις υπώρειες του Κιθαιρώνα, απέναντι από τους Πέρσες, κοντά στο σημερινό Κριεκούκι.

Ο όρκος των Πλαταιών

Μια αρχαία παράδοση, που πιθανότατα δημιουργήθηκε τον 4ο αιώνα, αναφέρει ότι οι Έλληνες ορκίστηκαν πριν τη μάχη των Πλαταιών. Ο Ηρόδοτος, από τον οποίο αντλούμε το σύνολο των πληροφοριών για τη μάχη, δεν κάνει μνεία στον όρκο. Μια μαρμάρινη στήλη που βρέθηκε στις Αχαρνές το 1932, διασώζει τον όρκο αυτό σε άλλη μορφή. Πάντως, αν όντως δόθηκε αυτός ο όρκος, πιθανότατα δόθηκε στον Ισθμό, όταν οι Έλληνες αποφάσισαν να συμμαχήσουν εναντίον των βαρβάρων.

Ο όρκος των Ελλήνων πριν την μάχη των Πλαταιών

plat5Οὐ ποιήσομαι περὶ πλείονος τὸ ζῆν τῆς ἐλευθερίας, οὐδ᾽ ἐγκαταλείψω τοὺς ἡγεμόνας οὔτε ζῶντας οὔτε ἀποθανόντας, ἀλλὰ τοὺς ἐν τῇ μάχῃ τελευτήσαντας τῶν συμμάχων ἅπαντας θάψω. καὶ κρατήσας τῷ πολέμῳ τοὺς βαρβάρους, τῶν μὲν μαχεσαμένων ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος πόλεων οὐδεμίαν ἀνάστατον ποιήσω, τὰς δὲ τὰ τοῦ βαρβάρου προελομένας ἁπάσας δεκατεύσω. καὶ τῶν ἱερῶν τῶν ἐμπρησθέντων καὶ καταβληθέντων ὑπὸ τῶν βαρβάρων οὐδὲν ἀνοικοδομήσω παντάπασιν, ἀλλ᾽ ὑπόμνημα τοῖς ἐπιγιγνομένοις ἐάσω καταλείπεσθαι τῆς τῶν βαρβάρων ἀσεβείας.

Μετάφραση:

(Δε θα προτιμήσω τη ζωή από την ελευθέρια, ούτε τους αρχηγούς μου θα παρατήσω, είτε ζωντανούς είτε νεκρούς, αλλά όσους συμπολεμιστές μου σκοτωθούν στη μάχη θα τους θάψω. Και, νικητής στον πόλεμο κατά των βαρβάρων, δεν θα βλάψω καμία από τις πόλεις που πολέμησαν για την Ελλάδα, εκείνες όμως που πήραν το μέρος του βαρβάρου θα τις κάνω φόρου υποτελείς. Και κανένα απ’ τα ιερά, που οι βάρβαροι πυρπόλησαν ή γκρέμισαν, δεν θ’ ανοικοδομήσω αλλά θα τ’ αφήσω να μένουν στους μεταγενέστερους μνημεία της βαρβαρικής ασέβειας.)

Οι πρώτες αψιμαχίες

Ο Μαρδόνιος θέλησε, όπως είπαμε, να παρασύρει τους Έλληνες στην πεδιάδα ανάμεσα στον Ασωπό ποταμό και τη Θήβα, για να εκμεταλλευτεί το πανίσχυρο ιππικό του. Οι Έλληνες στρατοπέδευσαν νότια του Ασωπού, στις υπώρειες του Κιθαιρώνα, όπως είπαμε. Καθώς δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να κάνουν αυτό που περίμενε ο Μαρδόνιος, αυτός έστειλε εναντίον τους όλο το ιππικό του, υπό την αρχηγία του Μασίστιου.

Οι Μεγαρείς, που κατείχαν την πιο ευάλωτη θέση από τα ελληνικά στρατεύματα, δέχτηκαν μεγάλη πίεση και ζήτησαν εσπευσμένα βοήθεια από τον Παυσανία, ο οποίος κάλεσε εθελοντές. Παρουσιάστηκαν μόνο 300 επίλεκτοι Αθηναίοι οπλίτες και τοξότες. Ο Μασίστιος κάλπασε εναντίον τους, επικεφαλής της ίλης τους. Αποτελούσε όμως έτσι εύκολο στόχο για τους δεινούς Αθηναίους τοξότες. Ένα από τα βέλη που έριξαν χτύπησε το άλογό του, που σηκώθηκε στα πίσω πόδια του και τον έριξε κάτω. Γύρω από τον Μασίστιο δόθηκε ολόκληρη μάχη, καθώς το ντυμένο με μέταλλο σώμα του έδειχνε άτρωτο. Ωστόσο, ένας οπλίτης τον χτύπησε με την αιχμή του ακοντίου του στο μάτι, σκοτώνοντάς τον ακαριαία.

Οι Πέρσες, μαινόμενοι, προσπάθησαν να πάρουν το άψυχο σώμα του Μασίστιου. Τότε έφθασαν οι Σπαρτιάτες υπό τον Παυσανία και τους υποχρέωσαν σε άτακτη φυγή… Ο θρήνος για τον θάνατο του Μασίστιου στο περσικό στρατόπεδο ήταν μεγάλος. Μετά την πρώτη αυτή επιτυχία, ο Παυσανίας αποφάσισε να φέρει τον στρατό πιο κοντά στις Πλαταιές. Έτσι, οι Σπαρτιάτες παρατάχθηκαν στο δεξιό μέρος, κοντά στην κρήνη Γαργαφία, σ’ έναν απρόσιτο στο εχθρικό ιππικό λόφο, οι Αθηναίοι στο αριστερό μέρος, επίσης σε λόφο, τον Πύργο, ενώ το κέντρο των ελληνικών στρατευμάτων έμεινε εντελώς απροφύλαχτο στην πεδιάδα.

Όταν οι Πέρσες διαπίστωσαν τη μετακίνηση των Ελλήνων, μετακινήθηκαν κι αυτοί προς τα δυτικά, στη βόρεια όχθη του Ασωπού, παράλληλα προς τον Ασωπό.

Κατά τον Ηρόδοτο, οι στρατοί παρέμειναν αδρανείς για οχτώ ημέρες, καθώς οι μάντεις, ο Τισαμενός των Ελλήνων και ο Ηγισίστρατος ο Ηλείος, που βρισκόταν στο περσικό στρατόπεδο, ανέφεραν ότι οι οιωνοί και για τους δύο αντιπάλους ήταν καλοί για την άμυνα, όχι όμως και για επίθεση μετά από διάβαση του Ασωπού. Έτσι ο Παυσανίας και ο Μαρδόνιος προτίμησαν να παραμείνουν αδρανείς. Μόνο την όγδοη μέρα ο Θηβαίος ηγέτης Τιμηγενίδης συμβούλευσε τον Μαρδόνιο να αποκλείσει τη διάβαση του Κιθαιρώνα, απ’ όπου καθημερινά οι Έλληνες προμηθεύονταν νερό και τρόφιμα. Ο επικεφαλής των Περσών έστειλε το ιππικό του στη διάβαση (πιθανότατα στη στενωπό των Δρυός Κεφαλών) και εξόντωσε μια εφοδιοπομπή 500 ζώων, ενώ με συνεχείς επιδρομές εναντίον των ελληνικών θέσεων εμπόδιζε την προμήθεια νερού από τον Ασωπό.

Την ενδέκατη μέρα, κατά τον Ηρόδοτο πάντα, έγινε περσικό πολεμικό συμβούλιο, όπου ο Μαρδόνιος και ο ικανός στρατηγός Αρτάβαζος διαφώνησαν για το τι πρέπει να κάνουν. Ο Αρτάβαζος, όπως και οι Θηβαίοι, πρότειναν ο περσικός στρατός να κατευθυνθεί στη Θήβα, όπου υπήρχαν άφθονα τρόφιμα και θα μπορούσε εύκολα να αμυνθεί. Αντίθετα, ο Μαρδόνιος πιστεύοντας στη μεγάλη υπεροχή του στρατού του, υποστήριζε την άμεση επίθεση, κάτι που τελικά έγινε…

Λίγο πριν τη μάχη

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αλέξανδρος, στον οποίο είχαμε αναφερθεί και παραπάνω, προσέγγισε μυστικά το ελληνικό στρατόπεδο και απευθύνθηκε στον Παυσανία και τον Αριστείδη ενημερώνοντάς τους ότι ο Μαρδόνιος ετοιμαζόταν να επιτεθεί τα ξημερώματα, γιατί φοβόταν ότι οι Έλληνες θα συγκέντρωναν μεγαλύτερες δυνάμεις. «Είμαι κι εγώ Έλληνας από παλαιά γενιά και δεν θα ήθελα να βλέπω την Ελλάδα δούλη και όχι ελεύθερη.» Η ρητή αυτή αναφορά του Ηρόδοτου στο ότι ο Αλέξανδρος ήταν και αισθανόταν Έλληνας αποτελεί πολυσήμαντη ιστορική πληροφορία…

Τη δωδέκατη μέρα, ο Μαρδόνιος διέταξε το ιππικό του να επιτεθεί. Οι Πέρσες απέκλεισαν την πρόσβαση των Ελλήνων στην κρήνη Γαργαφία, απ’ όπου υδρεύονταν πλέον τα στρατεύματα μετά τον αποκλεισμό και του Ασωπού. Χωρίς νερό και τρόφιμα η κατάσταση στο ελληνικό στρατόπεδο έμοιαζε πάρα πολύ δύσκολη. Ένα πολεμικό συμβούλιο που έγινε αποφάσισε την οπισθοχώρηση προς τις Πλαταιές.

Η θέση που διάλεξαν ονομαζόταν Νήσος, γιατί βρισκόταν ανάμεσα σε δύο παραποτάμους της Ωερόης (παραπόταμου του Ασωπού). Σύμφωνα με όλους τους ιστορικούς, η «κατάληψη» των νέων θέσεων δεν έγινε συντεταγμένα. Υπήρξε μεγάλη σύγχυση για το ποιος θα πάει πού. Ο Ηρόδοτος αναφέρει χαρακτηριστικά (ο Θουκυδίδης απορρίπτει ωστόσο αυτή την εκδοχή) ότι ο Αμομφάρετος, ανώτερος Σπαρτιάτης διοικητής του Πιτανάτη λόχου, δεν δεχόταν να υποχωρήσει με τους άντρες του, γιατί θεωρούσε ατιμωτική πράξη κάτι τέτοιο. Τελικά, πείστηκε από τον Παυσανία και τον Ευρυάνακτα να υποχωρήσει. Ενδεχομένως η καθυστέρηση του Αμομφάρετου να αποτέλεσε μέρος ευρύτερης στρατηγικής κίνησης.Δείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα

Σελίδες — 1 2 3 4

Advertisement