Η ρητορεία των δημαγωγών κατά Θουκυδίδη

Advertisement

Όταν, μετά την κατάπνιξη της αποστασίας των Μυτιληναίων, η αθηναϊκή εκκλησία του δήμου αποφάσισε τη θανάτωση όλων των ανδρών και το πούλημα των γυναικόπαιδων στα σκλαβοπάζαρα, ήταν διάχυτη μέσα στην πόλη η μεταμέλεια των Αθηναίων, αφού η ποινή δεν αφορούσε μόνο τους ενόχους, αλλά τη συνολική καταστροφή του νησιού.

Αυτό έδωσε την ευκαιρία στους Μυτιληναίους πρέσβεις, την επόμενη μέρα, να ζητήσουν και να πετύχουν την επανεξέταση του θέματος σε μια νέα λαϊκή συνέλευση.

Οι Αθηναίοι, στην πλειονότητα τους, ήθελαν να δώσουν μια ευκαιρία επαναδιαπραγμάτευσης του ζητήματος, αφού αντιλαμβάνονταν ότι η ποινή αυτή δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί ούτε ως τιμωρία απέναντι στους αποστάτες, ούτε ως παραδειγματισμός απέναντι σ’ οποιονδήποτε σχεδίαζε κάτι ανάλογο.

Η ολοκληρωτική εξόντωση των κατοίκων της Μυτιλήνης δεν ήταν παρά μια απόφαση οργής που λειτουργούσε καταφανώς εκδικητικά, ως εκτονωτικός μηχανισμός του ομαδικού θυμού, κι όχι νηφάλια, ως πολιτική απόφαση που χαράσσει τόσο τη διπλωματική πορεία της πόλης, όσο και την διασφάλιση της αποφυγής παρόμοιων αποστασιών στο μέλλον.

Η ωμότητα της επιβολής της ισχύος συνεπάγεται περισσότερο την αλαζονεία παρά το σεβασμό ή τη συμπαράσταση των συμμάχων. Στη συνέλευση που έγινε το λόγο πήραν πολλοί:

«Κι ο Κλέωνας του Κλεαινέτου, ο οποίος είχε πείσει και την προηγούμενη συνέλευση του λαού να αποφασίσει τη θανάτωση των Μυτιληνιών κι ήταν από κάθε άποψη ο πιο βίαιος από τους πολίτες, αλλά κι είχε τότε τη μεγαλύτερη επιρροή στο λαό, ξαναπέρασε στο βήμα….». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 36).

Η επικράτεια της Σπάρτης κατά την Κλασική Αρχαιότητα: Ο Κλέωνας, που ήταν η φυσιογνωμία που κυριάρχησε στην αθηναϊκή πολιτική σκηνή μετά τον Περικλή, άρχισε το λόγο του ως εξής:

«Πολλές φορές και στο παρελθόν είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω ότι η δημοκρατία είναι ανίκανη να ασκεί ηγεμονία, περισσότερο όμως το διαπίστωσα σήμερα με τη μεταμέλεια σας για το ζήτημα των Μυτιληνιών. Επειδή στην καθημερινή σας ζωή έχετε συνηθίσει να μη φοβάστε και να μην επιβουλεύεστε ο ένας τον άλλο, φέρνεστε το ίδιο και προς τους συμμάχους σας.

Κι όταν είτε επειδή σας έπεισαν εκείνοι κάνετε κάποιο λάθος είτε από οίκτο δείχνεστε υποχωρητικοί μαζί τους, δεν καταλαβαίνετε ότι η αδυναμία σας αυτή είναι επικίντυνη για σας χωρίς να σας εξασφαλίζει την ευγνωμοσύνη τους». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 37).

Ο μηχανισμός του λαϊκισμού, ως μελετημένη διαδικασία που αποκτά επιστημονικές διαστάσεις, μπαίνει σε εφαρμογή από την αρχή με τη μορφή της κολακείας.

Οι Αθηναίοι δεν επιβουλεύονται ο ένας τον άλλο, ούτε φοβούνται, κι αν ποτέ κάνουν λάθη είναι γιατί τους έπεισαν οι σύμμαχοι ή λόγω οίκτου. Η ηθική ακεραιότητα του Αθηναίου πολίτη κρίνεται αδιαπραγμάτευτη. Φυσικά όλα αυτά είναι υπεράνω αποδείξεων. Καμία κολακεία δεν χρειάζεται απόδειξη. Η κολακεία λειτουργεί πάντα στο πλαίσιο του αυτονόητου, αφού ο ακροατής εισπράττει αποδοχή και η αποδοχή δεν χρειάζεται τεκμηρίωση.

Η αποδοχή ταυτίζεται με την ευχαρίστηση, την αισιοδοξία, την αυτοπεποίθηση κι όλα αυτά δεν είναι ανάγκη να τα ξεψαχνίζει κανείς. Φτάνει που υπάρχουν. Ο ρήτορας από απόμακρος ομιλητής στο βήμα μετατρέπεται σε φίλος, σε άνθρωπος της διπλανής πόρτας, σε δεδομένα αμερόληπτος αναλυτής, που ενδιαφέρεται για το καλό όλων.

Το πολιτικό όραμα που επικαλείται (ή δεν επικαλείται) δεν έχει κανένα νόημα μπροστά στα συναισθήματα που εκπέμπει. Τελικά οι ακροατές δεν ψάχνουν όραμα, αλλά συναισθηματική καταφυγή. Κι εδώ βρίσκεται ο ορισμός της πολιτικής εμπιστοσύνης. Στη σιγουριά που εμπνέει ή δεν εμπνέει κανείς.

Κι αυτό είναι θέμα καθαρά συναισθηματικό. Η κολακεία είναι το αντικλείδι της μαζικής ψυχολογίας. Η πιστοποίηση ότι ο ομιλητής ξέρει και φροντίζει για το καλό όλων.Ο Κλέωνας συνεχίζει:

«Το χειρότερο όμως απ’ όλα θα ήταν να μην υπάρχει καμιά σταθερότητα στις αποφάσεις μας και να μην καταλάβουμε ότι δυνατότερη είναι μια πόλη που έχει νόμους κακούς, αλλά απαραβίαστους, παρά εκείνη που έχει νόμους καλούς, αλλά χωρίς κύρος, και ότι αμάθεια συνδυασμένη με σύνεση είναι πιο ωφέλιμη από επιδεξιότητα συνδυασμένη με ασυδοσία κι ακόμη πως, γενικότερα, οι απλοί άνθρωποι κυβερνούν τις πόλεις καλύτερα από τους σπουδαίους.

Γιατί οι τελευταίοι θέλουν να φαίνονται σοφότεροι από τους νόμους και να επιβάλλουν τη γνώμη τους σε κάθε συζήτηση που γίνεται στη σύναξη του λαού, σαν να μην ήταν δυνατό να δείξουν τη σοφία τους σε άλλα σπουδαιότερα ζητήματα, με αποτέλεσμα να οδηγούν συχνά τις πόλεις στην καταστροφή.

Αντίθετα, οι πρώτοι, οι απλοί, μια και δεν έχουν εμπιστοσύνη στη νοημοσύνη τους, δέχονται ότι είναι λιγότερο σοφοί από τους νόμους και λιγότερο ικανοί στο να επικρίνουν το λόγο εκείνου που μίλησε σωστά, κι επειδή είναι μάλλον αμερόληπτοι κριτές παρά ανταγωνιστές, αποφασίζουν, τις περισσότερες φορές, σωστά». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 37).

Παρακολουθούμε την αλλοίωση των γεγονότων που γίνεται με τρόπο ανεπαίσθητα μεθοδικό, καθώς όλα παρουσιάζονται ως τετελεσμένα, δηλαδή αναπόδραστα, χωρίς βέβαια και πάλι να τεκμηριώνεται τίποτε.

Επικαλούμενος τους νόμους που πρέπει να είναι απαραβίαστοι (γεγονός όχι μόνο αναμφισβήτητο, αλλά και θεμιτό) προσπαθεί να πείσει ότι δεν πρέπει οι αποφάσεις των συνελεύσεων να παρεκκλίνουν από αυτούς, χωρίς ποτέ να εξηγεί ποιος νόμος παραβιάζεται αν ανακληθεί η εξοντωτική και παράλογη ποινή των Μυτιληναίων.

Συμπεριφέρεται σαν να υπάρχει κάποιος νόμος που να ορίζει ότι όποιοι αποστατούν πρέπει να ξεκληρίζονται, ο οποίος τώρα καταπατάται. Στηριζόμενος πάνω στην προηγούμενη ατυχή απόφαση της συνέλευσης, την παρουσιάζει ως αμετάκλητη, αφού η ανάκλησή της ισοδυναμεί με ματαίωση του νόμου, σαν να μην συνεδριάζουν εκ νέου για να αποφασίσουν ξανά.

Αν πράγματι υπήρχε νομοθεσία που να απαγόρευε την επανεξέταση ενός θέματος από τη συνέλευση του λαού, θα έπρεπε να καταγγείλει την ίδια τη συνέλευση κι όχι το ενδεχόμενο της αλλαγής απόφασης.

Η μετατόπιση του θέματος από την τιμωρία των Μυτιληναίων στην ισχύ και το κύρος του νόμου, δεν είναι παρά η συνειδητή εξαπάτηση που οικειοποιείται με τρόπο αυθαίρετο αποδεκτές αλήθειες (όπως το κύρος του νόμου) προκειμένου να υποστηρίξει κάτι εντελώς άσχετο. Με τον τρόπο αυτό ο Κλέωνας επιχειρεί να ταυτιστεί με τη νομιμότητα. Όποιος τον αμφισβητεί, αμφισβητεί τον ίδιο το νόμο.

«Η Ακρόπολη στην Αρχαιότητα» Ταυτόχρονα παραδίδει μαθήματα σπίλωσης των αντιπάλων, που θέλουν να κάνουν επίδειξη σοφίας και «να επιβάλλουν τη γνώμη τους». Όσοι διαφωνούν δεν είναι παρά επικίνδυνοι («οδηγούν συχνά τις πόλεις τους στην καταστροφή») και φυσικά ματαιόδοξοι, αφού το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να επιδειχθούν.Δείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα

Σελίδες — 1 2

Διαβάστε περισσότερα

Advertisement