Η σοφία του Ερμή του Τρισμέγιστου

Advertisement

Το πνεύμα είναι ίσως η πιο παρεξηγημένη λέξη στην εποχή μας. Αν και οι περισσότεροι πιστεύουν ότι κατανοούν τη λέξη “πνεύμα”, εντούτοις της αποδίδουν νοήματα που ελάχιστα την αντιπροσωπεύουν.

ΣΗΜΕΡΑ χαρακτηρίζουμε το έργο ενός συγγραφέα ή καλλιτέχνη με τη φράση “πνευματική δημιουργία”. Αυτό δεν θα ήταν ίσως υπερβολή αν εντρυφώντας κάποιος στο έργο αυτών των ανθρώπων διαπίστωνε ότι δεν αποτελεί προϊόν του ενστίκτου ή του συναισθήματος και ότι πράγματι έχει πνευματικές διαστάσεις.

Μια από τις έννοιες που αποδίδεται σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία στον όρο “πνεύμα” –ίσως όχι τυχαία– αφορά την άυλη υπόσταση ενός ανθρώπου που έχει πεθάνει. Μιλάμε δηλαδή πολλές φορές για τα “πνεύματα”, ή άλλως πως για τα φαντάσματα, με τα οποία ασχολούνται οι σαμάνοι και οι πνευματιστές. Λέγεται πως κάποιοι άνθρωποι, προσκολλημένοι υπερβολικά στα γήινα πράγματα, τριγυρνάνε μετά το θάνατο στα μέρη όπου σύχναζαν όταν ζούσαν και ότι μεταβάλλονται έτσι σε πρόσγεια πνεύματα.

Αν πράγματι συμβαίνει αυτό, φαίνεται ότι αυτός είναι ο πιο εύκολος δρόμος, γιατί αντί να ανέλθουν σε υψηλότερους τόπους, παραμένουν στα χαμηλά· ακολουθούν το καθοδικό τόξο και όχι το ανοδικό. Όμως αυτός δεν είναι ο φυσικός τρόπος, ούτε ο δρόμος ενός αληθινά πνευματικού ανθρώπου, δηλαδή ενός στοχαστή ή φιλοσόφου.

O Θεμίστιος, ένας φιλόσοφος του 4ου μ.X. αιώνα, παρατηρεί: «Πρώτα απ’ όλα, το όνομα του θανάτου φαίνεται να δηλώνει ότι καθετί που παθαίνει μετάλλαξη δεν πηγαίνει κάτω από τη γη και χαμηλά, αλλά πηγαίνει και τρέχει προς τα πάνω· γι’ αυτό λέγεται ότι, σαν να είναι κάποια πεταλούδα, η ψυχή αναπηδά και ορμάει προς τα πάνω, όταν το σώμα παύσει να αναπνέει, αναπνέοντας και αναζωογονούμενη η ίδια.

Πρόσεξε τώρα: το αντίθετο του θανάτου, η γέννηση, δηλώνει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή κάποια ροπή προς τα κάτω και κλίση προς τη γη, ενώ η ψυχή κατά το θάνατο, ορμάει προς τα πάνω».

Μια διαρκής αναγέννηση

Βλέπουμε πως αν και ο όρος “πνεύμα” σχετίζεται κατά μία έννοια με το αναπότρεπτο, για τους σημερινούς ανθρώπους το θέμα του θανάτου είναι κάτι σαν ταμπού. Οι περισσότεροι δεν θέλουν να σκέφτονται ότι κάποια μέρα θα πεθάνουν, ενώ άλλοι αρκούνται σε μια απλοϊκή αντίληψη για τη μεταθανάτια ζωή, πιστεύοντας ότι υπάρχει “παράδεισος” και “κόλαση”.

Έτσι ένα τόσο σοβαρό θέμα για την ανθρωπότητα παραμένει ανεξερεύνητο και όσοι αποτολμούν να το μελετήσουν χρησιμοποιούν διάφορες αθώες ή αποτρόπαιες λέξεις και φράσεις για να μας ανακοινώνουν τα συμπεράσματά τους: “Αγκαλιασμένοι από Φως”, “Ταξίδι στο Χρόνο”, “Κοντά στο Φως”, είναι τίτλοι βιβλίων που κυκλοφορούν και πραγματεύονται το θέμα του θανάτου.

Γιατί, πράγματι, αν το καλοσκεφτεί κανείς, ποιος θα αγόραζε το βιβλίο της γνωστής θανατηφόρου Eλίζαμπεθ Kύμπλερ-Pος με τίτλο “Θάνατος: το τελικό στάδιο ανάπτυξης”, ή ακόμη το πιο προκλητικό έργο του Σέργουιν Nιούλαντ, “Με ποιο τρόπο πεθαίνουμε”;

Όμως γιατί αυτός ο φόβος και η αποστροφή;

«Tους ανθρώπους» γράφει ο Επίκτητος «δεν τους ταράζουν τα ίδια τα πράγματα, αλλά οι ιδέες που έχουν για τα πράγματα».

Και συνεχίζει: «O θάνατος δεν είναι κάτι το φοβερό, επειδή τότε θα ήταν και για τον Σωκράτη. Αυτό που φοβίζει, είναι η ιδέα ότι είναι φοβερός».

Αλλά και ο Ερμής ο Τρισμέγιστος έχει παρόμοια γνώμη: «Ας μιλήσουμε τώρα για το θάνατο· γιατί ο θάνατος φοβίζει τους περισσότερους με την ιδέα ότι είναι πολύ μεγάλο κακό, επειδή αγνοούν την αλήθεια».

Αλλά, θα πει κάποιος, ο θάνατος μας τρομάζει επειδή σχετίζεται με το άγνωστο. Είναι λοιπόν πιο γλυκό να δεχτούμε την ιδέα του παραδείσου, ακόμη και αυτή της κόλασης.

Από φιλοσοφική άποψη η ιδέα του “παραδείσου” και της “κόλασης”, ως στατικών καταστάσεων, είναι κάπως παιδιάστικη. H ίδια η φύση μας δείχνει ότι το καθετί βρίσκεται σε διαρκή κίνηση και αλλαγή. Ορισμένες μάλιστα φορές σε βίαιη αλλαγή.

H μεταβολή είναι η ουσία της ζωής. «Όλα κυλούν και τίποτε δεν μένει σταθερό», έλεγε ο Ηράκλειτος. Στον πλατωνικό Φαίδωνα ο Σωκράτης μας λέει ότι παντού στη φύση μπορεί να παρατηρήσει κανείς το παιχνίδι των αντιθέσεων: μέρα και νύχτα, ύπνος και εγρήγορση, ζωή και θάνατος κτλ.

Όλα τα ζεύγη των αντιθέτων έχουν παροδική και μεταβαλλόμενη μορφή· το καλό και το κακό μπορούν να μεταβληθούν σε καλύτερο και χειρότερο αντίστοιχα· η νύχτα προβάλλει από τη μέρα μέσω του λυκόφωτος και η μέρα από τη νύχτα μέσω του λυκαυγούς. Παντού στο σύμπαν διακρίνουμε το παιχνίδι του γιν και του γιανγκ.

Τίποτε δεν χάνεται

Οι αρχαίοι φιλόσοφοι έβλεπαν έναν κύκλο ζωής και θανάτου: γέννηση, βίος, θάνατος, μεταθανάτια κατάσταση και επαναγέννηση. Όμως αν και η βασικότερη διχογνωμία όσων ασχολούνται σήμερα με αυτά τα θέματα εστιάζεται στο αν υπάρχει μετενσάρκωση ή όχι, οι αρχαίοι Έλληνες προχωρούσαν πιο πέρα, δηλαδή στο ξεπέρασμα του κύκλου αυτού μέσω αναγνώρισης της φύσης του ίδιου του θανάτου.

Έτσι ο Σωκράτης βεβαιώνει: «Δεν υπάρχει θάνατος ούτε για τους ζωντανούς, ούτε για εκείνους που έχουν φύγει», υπονοώντας ότι είναι μόνο ένα γεγονός στη συνείδηση. Και ο Ερμής ο Τρισμέγιστος αποφαίνεται: «Ούτε γεννήθηκε, ούτε υπάρχει κάτι νεκρό στο κόσμο, ούτε θα υπάρξει ποτέ». Και για να μας διαλύσει κάθε πιθανή παρανόηση, διευκρινίζει: «Τίποτε από όσα υπάρχουν στον κόσμο, δεν θα χαθεί ποτέ».

Από την άλλη μεριά, ο Ευριπίδης, πιο ανθρώπινος, αναρωτιέται: «Ποιος ξέρει αν είναι ζωή αυτό που λέμε θάνατος κι αν ο θάνατος είναι η ζωή;»

Και ο Πίνδαρος έρχεται να δώσει τη θριαμβική απάντηση: «O ήλιος λάμπει για τους νεκρούς, ενώ οι ζώντες περιβάλλονται από τη σκιά της νύχτας!»

Όμως ο Πίνδαρος, αν και ποιητής, ήταν ταυτόχρονα φιλόσοφος και σοφός. Τα όσα λέει δεν απευθύνονται βέβαια στους κοινούς ανθρώπους, αλλά σ’ εκείνους που γνώριζαν το μυστικό των Ελευσίνιων Μυστηρίων.

Το μυστηριακό τυπικό

Για τους Έλληνες σοφούς η γέννηση, ο θάνατος και η επαναγέννηση θα μπορούσαν –και από μια σκοπιά έπρεπε– να συμβούν κάποια στιγμή στη ζωή του μύστη, όχι πραγματικά, αλλά μέσα στη συνείδησή του. O κύκλος αυτός έπρεπε να βιωθεί συνειδησιακά.

Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν λίγες οι φορές που θαβόταν κάποιος πραγματικά, για σύντομο χρονικό διάστημα, ώστε να αποκτήσει την εμπειρία τέτοιων σημαντικών ζητημάτων. H επακόλουθη στέψη του μύστη και η ανακήρυξή του σε “βασιλιά” (άνακτα) συμβόλιζε την πνευματική απελευθέρωση και τη θέωσή του. Αυτά τουλάχιστον επέβαλε το μυστηριακό τυπικό.

Με άλλα λόγια, ο νεόφυτος βίωνε την εμπειρία και θανάτου και κατόπιν επανερχόταν στη ζωή. Με αυτό τον τρόπο έβλεπε αφενός ότι ο θάνατος είναι ψευδαίσθηση, αφετέρου ότι ο άνθρωπος συνεχίζει να υπάρχει. Είναι η υπερβολική προσκόλλησή σας στο σώμα και στα γήινα πράγματα που δεν επιτρέπει στην αντίληψή μας να κατανοήσει το θέμα αυτό.

Από αυτό λοιπόν το σημείο ξεκινάει η ιδέα του λεγόμενου “φιλοσοφικού θανάτου”. Αυτό το είδος θανάτου υπονοεί και ο Δημόκριτος με την παράδοξη φράση: «Οι περισσότεροι άνθρωποι βαδίζουν ολοταχώς προς τον τάφο, επειδή φοβούνται το θάνατο».Δείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα

Σελίδες — 1 2

Διαβάστε περισσότερα

Advertisement