Η καύση των νεκρών και ο ενταφιασμός στην αρχαία Αθήνα

Advertisement

Πρώτη φορά παρουσιάστηκαν οι μεγάλοι γεωμετρικοί αμφορείς, τα «αγγεία του Διπύλου» και έγινε γνωστός ο «ελληνικός μεσαίωνας», όπως ονόμασε την τέχνη εκείνη η εποχή του νατουραλισμού. Σπουδαία στάθηκε η διαπίστωση ότι τα μνημειακά αυτά αγγεία δεν ήταν στημένα πάνω από λάρνακες, αλλ’ από κάλπες που περιείχαν τα καμένα οστά των νεκρών, χωρίς άλλο ευπατρίδων της Αθήνας.

Ανάμεσα στην κάλπη και στο αγγείο μεσολαβούσε ένα στρώμα που περιείχε τα όπλα του νεκρού, θρυμματισμένα από τη πολυκαιρία ή από επενέργεια της νεκρικής πυράς. Πρέπει, λοιπόν, να ήταν ένα σχετικά νέο έθιμο η καύση αυτών των νεκρών, αφού στη Μυκηναϊκή περίοδο ήταν γνωστό μόνο το έθιμο του ενταφιασμού.

Τι γίνεται όμως τον 6ον και τον 5ον αιώνα στην Αθήνα; Μπορούμε να ξέρουμε αν ετάφηκαν ή αν έγιναν τέφρα τα φθαρτά σώματα αθάνατων πευμάτων, όπως του Σόλωνα, του Περικλή, του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευρυπίδη, του Σωκράτη και του Πλάτωνα;

kratiras

Μεγάλος κρατήρας Αθηναίου αγγειογράφου που εικονίζει την εκφορά ενός νεκρού άνδρα, δηλαδή τη μεταφορά του στον τόπο ταφής, με άμαξα που τη σέρνουν δύο άλογα


Πότε έγινε η μετάβαση προς την καύση το απέδειξαν οι ακόμη περισσότερες επιστημονικές ανασκαφές που έγιναν στις ημέρες μας στην αρχαίαν Αγορά, από την Αμερικανική Σχολή Κλασσσικών Σπουδών και στον Κεραμεικό από το Γερμανικό Ινστιτούτο. Επίμονες παρατηρήσεις των ερευνητών έκαναν φανερό, ότι από την αυγή κιόλας της πρωτογεωμετρικής εποχής, στον 11ο αιώνα πχ αρχίζει να γενικεύεται η καύση των νεκρών.

Το έθιμο επικρατεί σιγά σιγά όχι μόνο στην ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά και στην Ιωνία, μεταφερμένο εδώ από τους Αθηναίους αποίκους. Ενωρίς, μαζί με την εύρεση των πρώτων μεγάλων γεωμετρικών αμφορέων, έγινε φανερό και τούτο: ότι οι θαυμαστές περιγραφές του Ομήρου για την καύση ηρώων και Τρωικού πολέμου είναι μετφορά στον κόσμο και στην εποχή του έπους εικόνων που είδε ο ποιητής, που εγίνονταν στις ημέρες του και δεν αποδίδουν, όπως θα απαιτούσε η ιστορική ευσυνειδησία, παλαιότερες ταφικές συνήθειες των Αχαιών. Ότι αυτοί δεν εκαίγονταν, αλλά εθάβονταν, είναι βεβαιωμένο από το πλήθος των τάφων της μυκηναϊκής εποχής, που είχαν ανακαλυφθή.

Η τελευτάια επιστημονική συζήτηση δύο αρχαιολόγων, του Ελληνοαμερικανού καθηγητού Γεωργίου Μυλωνά και του Εφόρου Ανατολ. Μακεδονίας Μανόλη Ανδρόνικου στερέωσε περισσότερο παρά εκλόνισε την πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν βεβαιωμένες ενδείξεις για την ύπαρξη καύσης στα μυκηναϊκά χρόνια και ότι τα συμπεράσματα των ανασκαφών της Αγοράς και του Κεραμεικού μένουν ατράνταχτα: Μόνο ταφή των νεκρών συνηθιζόταν έως τον 11ον αιώνα, ύστερα από τα χρόνια αυτά αρχίζει και επικρατεί η καύση:

«Με βεβαιότητα ξέρουμε ότι στον Κεραμεικό, από τα μέσα του 11ου αίωνα έως τα τέλη του 9ου αίωνα ξαναπαρουσιάζεται το έθιμου του ενταφιασμού και μέσα στον 8ον αιώνα συναντούμε την παράλληλη χρήση και των δύο τρόπων ταφής, ενώ στις αρχές του 7ου αιώνα ανανεώνεται και πάλι η προτίμηση προς την καύση του νεκρού.

Η εμφάνιση του ενταφιασμού μέσα στον 8ο αιώνα συνδυάζεται από τον Κύμπλερ με άλλα στοιχεία που παρατήρησε στους τάφους της εποχής αυτής και τον κάνει να υποθέσει πως έχουμε την ενίσχυση και την ανάπτυξη παλαιών προελληνικών θρησκευτικών αντιλήψεων, ενώ η ενίσχυση του εθίμου της καύσης στις αρχές του 7ου αιώνα, με την παράλληλη εμφάνιση μεγάλων τύμβων χαρακτηρίζεται ως επανεμφάνιση του ομηρικού κόσμου (Μ.Ανδρόνικος, Ελληνικά, τόμος 17ος, Θεσσαλονίκη, 1960).

Τη συνύπαρξη μικτών τρόπων ταφής στην υστερογεωμετρικήν εποχή βεβαίωσαν οι σημαντικότατες ανακαλύψεις σε μιαν ακραία περιοχή της ελληνικής επέκτασης, στο νησί Ίσχια (Πιθηκούσα), απέναντι στη Νεάπολη της Ιταλίας, όπου το σχήμα μερικών τύμβων ανακαλούν την περιγραφή της Ιλιάδας για την ταφή του Πατρόκλου.Δείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα

Σελίδες — 1 2 3

Advertisement