Οι διατροφικές συνήθειες στην Αρχαία Κω σύμφωνα με επιγραφή του 2ου π. Χ. αιώνα και σε συνάρτηση με την Ιπποκρατική διαιτητική

Advertisement

Γράφει ο κ. Βασίλειος Χατζηβασιλείου τ. δικηγόρος – ιστορικός ερευνητής

«Τροφή δέ τό τρέφον, τροφή δέ τό οἷον, τροφή δέ τό μέλλον«

( ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ, Περί Τροφῆς 8)

Κατά την Ελληνιστική περίοδο, την εποχή των Πτολεμαίων της Αιγύπτου, το νησί της Κω θα γνωρίσει μοναδική άνθηση. Ειδικότερα η πόλη της Κω υπήρξε δημιούργημα μιας κοινωνίας οικονομικά εύρωστης και με επαφές που της προσέδιδαν χαρακτήρα κοσμοπολίτικο.

Οι επιγραφικές μαρτυρίες μας αποκαλύπτουν ότι ο σημαντικός πληθυσμός των ελεύθερων γηγενών ανθρώπων του Δήμου των Κώων συμπληρωνόταν και από αλλοδαπούς, που διακρίνονταν σε μέτοικους ή πάροικους (δηλ. μόνιμα εγκατεστημένους στην πόλη, όπως ήταν οι Φοίνικες και οι Ιουδαίοι) και σε ξένους (δηλ. παρεπίδημους που ήταν περαστικοί και προσωρινής διαμονής).

Αυτοί οι πάροικοι και ξένοι προσέδιδαν τον ξεχωριστό, κοσμοπολίτικο χαρακτήρα στην πόλη.

Γι αυτό τόσο ο Στράβων όσο και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, περιγράφοντας την πόλη που, μετά από ένα «συνοικισμό», διαδέχθηκε τον προϋπάρχοντα κλασικό οικισμό, τονίζουν:

«Η μεν ουν πόλις ου μεγάλη, κάλλιστα δε πασών συνωκισμένη και ιδέσθαι τοις καταπλέουσιν ηδίστη» (Στράβων ΙΔ΄,657) και «Πλήθος τε γαρ ανδρών εις ταύτην ηθροίσθη και τείχη πολυτελή κατεσκευάσθη και λιμήν αξιόλογος. Από δε τούτων των χρόνων αεί μάλλον ηυξήθη προσόδοις τε δημοσίαις και τοις των ιδιωτών πλούτοις και το σύνολον εφάμιλλον εγένετο ταις πρωτευούσαις πόλεσιν» (Διόδωρος Σικελιώτης ΙΕ΄,760).

Χάρη σε μια επιγραφή των αρχών του 2ου αιώνα π. Χ., που βρέθηκε στην Κω και μας πληροφορεί με ποιό φορολογικό τρόπο αντιμετώπιζε η Κωακή Πολιτεία τις δημόσιες δαπάνες της, μαθαίνουμε παράλληλα και ποιά ήταν τα κυριότερα εδέσματα και ποτά που κατανάλωναν οι πολίτες της Κω, αντιμετωπίζοντας τις καθημερινές τους ανάγκες και μετατρέποντας έτσι την κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών σε γαστρονομική απόλαυση.

Μια απόλαυση, που είχε όμως για αντίκρισμά της την καταβολή αντίστοιχης προσόδου, ένα είδος, δηλαδή, μικρού έμμεσου φόρου, τον οποίο πλήρωναν αγόγγυστα οι πολίτες προκειμένου να καλύπτουν τις αυξημένες δημόσιες λειτουργικές δαπάνες της πόλης τους.

Ανάμεσα, λοιπόν, στις 26 συνολικά απαριθμούμενες στην επιγραφή προσόδους, που εισέπραττε η Κωακή Πολιτεία από όλους τους κατοίκους της – πρωτόγνωρη, βέβαια, και βαριά φορολογική επιβάρυνση για τα δημόσια οικονομικά των Ελληνικών πόλεων-κρατών της αρχαιότητας, αλλά καθόλου πρωτόγνωρη σε σχέση με τη σημερινή δυσοίωνη και βαρύτερη οικονομική συγκυρία που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες – ήταν και οι ακόλουθες πρόσοδοι, οι οποίες αναφέρονται στις πλέον συνήθεις διατροφές των Κώων.

Ψηφιδωτό της Κω με ψαρά Ερωτιδέα στο Καστέλο Ρόδου

Και πρώτα-πρώτα ήταν ο φόρος επί του σίτου καθώς το σιτάρι αποτελούσε το βασικότερο είδος διατροφής, το οποίο, αφού το θέριζαν, διαχώριζαν τον καρπό του, το αποθήκευαν σε μεγάλα πιθάρια και το άλεθαν για να παρασκευάζουν τους άρτους ή το πλιγούρι, ενώ μια άλλη βασική διατροφή, που αναφέρει η κωακή επιγραφή, ήταν τα άλφιτα, δηλαδή τα ξεφλουδισμένα και χοντροαλεσμένα κριθάρια.

Υπενθυμίζω εδώ ότι στα Ιπποκρατικά έργα διαιτητικής και θεραπευτικής γίνεται ευρύτατη αναφορά τόσο στο κατάλληλο ψήσιμο και τον τρόπο χρήσης των άρτων, του σιμιγδαλιού (σεμίδαλις) και του πλιγουριού (χόνδρος), όσο και στα αφεψήματα του κριθαριού, τη λεγόμενη πτισάνη. (Βλ. Ιπποκράτη, Περί διαίτης Β΄, παράγραφοι 40-44 και Περί διαίτης οξέων, παρ.2-6).

Αλλά και οι μεγάλες ποικιλίες των οσπρίων συναντώνται στην καθημερινή σχεδόν κατανάλωση των Κώων, γι αυτό αναφέρεται και καταβολή σχετικού τέλους στην επιγραφή.(Για τη διαιτητική και θεραπευτική αξία των οσπρίων γίνεται λόγος στο Περί διαίτης Β΄, παρ. 45 έργο του Ιπποκράτη).

Δεν θα μπορούσαν φυσικά να έλειπαν από τις πλέον συνηθισμένες τροφές των Κώων και τα θαλασσινά, ψάρια και οστρακοειδή. Χωρίς να αποκλείουμε την παράκτια αλιεία η επιγραφή μας μιλάει για σκοπάς δημοσίας και σκοπάς επί ναυτιλέω. Η λέξη «σκοπαί», δηλ. σκοπιές, σήμαινε τους ψηλούς τόπους από τους οποίους παρατηρούσαν κάτι.

Οι σκοπιές χρησίμευαν σχεδόν σε όλες τις ακτές και τα νησιά της Μεσογείου, για το ψάρεμα κυρίως των θύννων (των τόνων). Κατασκευάζονταν σε ανυψωμένα σημεία των ακτών για να παρακολουθούνται τα κοπάδια των ψαριών, που τα αναγνώριζαν από μακριά, χάρη στην απόχρωση που είχε η επιφάνεια της θάλασσας την ώρα της κίνησής τους.

Το ψάρεμα του τόνου είχε τότε μεγάλη κατανάλωση στα ανατολικά νερά του Αιγαίου, φυσικά και στην Κω. Στην επιγραφή μας γίνεται διαχωρισμός σε δημόσιες και ιδιωτικές σκοπιές, ανάλογα με το αν ανήκαν στο δημόσιο, δηλ. στην πόλη, ή σε ιδιώτες. Και στις δυο περιπτώσεις πλήρωναν αντίστοιχο τέλος για τη χρήση κάθε σκοπιάς.

Ίσως η ιδιωτική σκοπιά να εξυπηρετούσε το ψάρεμα των «ναυτίλων», ενός είδους οστρακοδέρμων. Ο Αιλιανός (XV,5), αλλά και ο Στράβων (V,II,6 και 8.XVII,3,16) μας πληροφορούν ότι στην Κω υπήρχαν δυο θυννοσκοπεία , δηλ. τόποι από τους οποίους περνούσαν τακτικά οι θύννοι (τόνοι) και άλλα είδη μεταναστευτικών ψαριών.Δείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα

Σελίδες — 1 2 3

Διαβάστε περισσότερα

Advertisement