Η Αρχαιοελληνική αντίληψη για την ψυχική αθανασία

Advertisement

Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός η διαπίστωση ότι επί χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα στις δοξασίες των ανθρώπων, κυρίαρχη διάσταση κατέχει η προσήλωση στην ιδέα της αθανασίας της ψυχής.

Από αυτή τη δήλωση συνάγεται το συμπέρασμα ότι η ψυχική αθανασία ή Παλιγγενεσία όπως απεκαλείτο από τους προγόνους μας, αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ψυχή είναι άφθαρτη και παραμένει αναλλοίωτη και μετά τον λεγόμενο θάνατο ή μετάσταση του σώματος, του θνητού της δηλαδή περιβλήματος, δεν είναι ούτε πρόσφατη, ούτε βέβαια και παρωχημένη. Ανάγεται ιστορικά στο απώτατο παρελθόν, η προέλευσή της προέρχεται από την αρχέγονη αρχαιότητα, συνυφασμένη με τα καίρια υπαρξιακά ερωτήματα τα οποία διακατέχουν την ανθρώπινη ύπαρξη, ίσως ακόμη και από κτίσεως κόσμου.

Συνδέεται δε άμεσα, λόγω της φύσεώς της, με τα υπαρξιακά και μεταφυσικά ερωτήματα τα οποία προβληματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Και αυτό είναι απόλυτα λογικό, αφού η απάντηση σε ένα τέτοιο κρίσιμο όσο και θεμελιώδες ερώτημα, παρέχει αλλυσιδωτά απαντήσεις σε μία σειρά από καίρια ζητήματα σχετιζόμενα με την προέλευση, τον σκοπό της ανθρώπινης ζωής, και την τελική κατάληξή της. Το τρίπτυχο του Εγώ, της ανθρώπινης δηλαδή υποστάσεως, συνίσταται σε πνεύμα, σώμα και ψυχή. Το τρίτο από αυτά τα συστατικά στοιχεία της ζώσης υπάρξεως, είναι Θεϊκό και αθάνατο.

Η πεποίθηση ότι η ψυχή είναι άφθαρτη, αντιπροσωπεύοντας την αθάνατη υπόσταση του ανθρώπου, αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές των Μυστών οι οποίοι διαιωνίζουν την πανάρχαια μυστηριακή παράδοση. Σε αυτή ακριβώς την αρχή, εδραιώνεται και ο Νόμος της Μετενσαρκώσεως. Ένας νόμος ο οποίος πρεσβεύει την επιστροφή της πνευματικής αρχής σε ένα νέο σαρκικό, θνητό, περίβλημα.

Οι Μυστηριακοί θεσμοί, με προεξέχοντες αυτόν των Ορφικών Μυστηρίων και εκείνον της Ελευσίνος, αποτελούσαν τελετουργικά δρώμενα. Διαρθρώνονταν στα Ελάσσονα (ή μικρά) Μυστήρια, κατά τη διάρκεια των οποίων λάμβαναν χώρα προκαταρκτικοί καθαρμοί, ενώ επακολουθούσε η συμβολική απεικόνιση της καταβάσεως της ψυχής στην υλική ουσία, στο σώμα, καθώς και η περιγραφή των δοκιμασιών που υφίσταται, εξαιτίας αυτής της ενώσεως με τον υλικό παράγοντα. Αντιθέτως, τα Μείζονα Μυστήρια, αποσκοπούσαν στο να καταστήσουν τον μυούμενο γνώστη της καταστάσεως εκείνης που επιφέρει την ψυχική ευφορία, η οποία επιτυγχάνεται όταν η αείζωη ψυχική ουσία αποδεσμευθεί από την κατώτερη υλική φύση.

Την αθανασία της ψυχής πρέσβευαν ήδη πρώτοι οι Πελασγοί, μέσω των θρησκευτικών τους αντιλήψεων, κάνοντας λόγο για πέραν του θανάτου ζωή. Στα Ελευσίνια Μυστήρια, κατά την διεξαγωγή της Μυήσεως στο Τελεστήριο, οι μυούμενοι, εν μέσω αμυδρου φωτός, έβλεπαν παραστάσεις από την μετά θάνατον ζωή, προερχόμενες τόσο από τα Ηλύσια Πεδία, όσο και από τον ζοφερό Άδη.

Αρχικά, θα πρέπει να μας προβληματίσει ένα επιτάφιο επίγραμμα Ιεροφάντου, στο οποίο όπως συνάγεται από την Αρχαιολογική Εφημερίδα (1883, σελ. 81) αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ωραία πραγματικά απόκρυφη διδασκαλία (μας μεταβιβάσθηκε) από τους Θεούς. Ότι ο θάνατος, όχι μόνο δεν είναι επιζήμιος για τους ανθρώπους, αλλά αντίθετα είναι ωφέλιμο πράγμα». Πρόκειται για μία επιγραφή, η οποία σαφέστατα αναφέρεται στην αντίληψη της διαιωνίσεως του βίου και μετά την μετάσταση του σώματος, ένα οριακό γεγονός που δίνει τέλος στην ανθρώπινη ύπαρξη, υπό τη γήϊνη-φθαρτή της μορφή.

Το Αθάνατο είναι θνητό. Το θνητό είναι αθάνατο. Ο θάνατος είναι αθάνατη ζωή για τους θνητούς. Για τους αθάνατους, η θνητή ζωή είναι θάνατος», διατείνεται ο φιλόσοφος Ηράκλειτος, ο αποκαλούμενος και «σκοτεινός» (και αυτό διότι το «Περί Φύσεως» σύγγραμμά του απευθυνόταν μόνο σε μυημένους, γi’ αυτό και το νόημά του ήταν στριφνό και συνεπώς «σκοτεινό», δυσνόητο για τους αδαείς περί της ουσίας των μυστηρίων). Ο ίδιος φιλόσοφος και μύστης αναφέρει ότι ‘Το ίδιο πράγμα είναι ο ζωντανός και ο νεκρός, ο ξύπνιος και ο κοιμισμένος, ο νέος και ο γέρος. Γιατί τα πρώτα αφού αλλάξουν κατάσταση, γίνονται τα δεύτερα και αυτά πάλι όταν αλλάξουν κατάσταση γίνονται τα πρώτα»(Diels, I).

Πρόκειται ευκρινώς περί μίας φιλοσοφικής ενατενίσεως του ζητήματος της ψυχικής αθανασίας, η οποία μας παρέχει με σαφήνεια την αντίληψη των μυημένων στα αρχαία μυστήρια περί της εννοίας την οποία προσλαμβάνουν οι όροι «θάνατος» και «ζωή», οι τόσο σχετικοί σε περιεχόμενο, από ουσιαστικής απόψεως για όσους δύνανται να δουν την βαθύτερη έννοια των πραγμάτων, σύμφωνα με το προαιώνιο εξελικτικό σχέδιο που διέπει κάθε κοσμική δημιουργία.

Ανατρέχοντας στους ακατάλυτους φυσικούς νόμους, οι οποίοι διέπουν κάθε Κοσμική έκφανση, όντας διακρινόμενη από μία ακατάβλητη ισχύ, καθίσταται αντιληπτό ότι καμμίας υλικής φύσεως μορφή αλλά και κανενός είδους ενέργεια δεν υπόκειται σε οριστικό αφανισμό. Απλά υπόκειται σε αέναες μεταβολές, υφίσταται διάφορους μετασχηματισμούς, επιβεβαιώνοντας τη θεμελιώδη αρχή του Ηρακλείτου ‘Τα πάντα ρει«. Τίποτε στο κοσμικό βασίλειο δεν αφανίζεται, δεν πεθαίνει, υπόκειται όμως σε μορφική μεταβολή.

Με γνώμονα αυτήν την αρχή, θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι τα πάντα βρίσκονται σε ένα διαρκές γίγνεσθαι. Τα πάντα υπόκεινται στον νόμο της μεταβολής, τίποτε δεν παραμένει αμετάβλητο. Παράλληλα όμως δεν υφίσταται κανένα υλικό δημιούργημα το οποίο να αποτελεί μία ύπαρξη ολοκληρωτικά καινούργια. Κάθε έκφανση στο σύμπαν ανάγεται ως προς τα συστατικά της στοιχεία σε μία ανασύνθεση αρχών.Σε αυτή ακριβώς τη διαπίστωση προέβη και ο μέγας φιλόσοφος και επιστήμων Θαλής, όταν αποφαινόταν ‘Τίποτε δεν διαφέρει ο θάνατος από τη ζωή» (Διογένους Λαερτίου Βίοι Φιλοσόφου, I, 35).

Συνεπώς, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν, επέρχεται η διαπίστωση ότι καμμία από τις μορφές που έρχεται σε εκδήλωση στη φύση δε συνιστά μία νέα δημιουργία. Αντίθετα, αποτελεί μία αναδημιουργία, καθώς συντίθεται από προαιώνιες αρχές και στοιχεία τα οποία ουδέποτε καταστράφηκαν, απλώς υπέστησαν μία διαδικασία μεταστοιχειώσεως. Εφ’ όσον λοιπόν υφίσταται μία μεταλλαγή και κατ’ επέκταση εξέλιξη των υλικών δημιουργημάτων, και κατ’ ακολουθία και του φυσικού-υλικού φορέα του ανθρώπου (σώμα), τότε είναι λογικό και απολύτως παραδεκτό ότι θα επέρχεται και μία εξελικτική μεταβολή και του ψυχικού φορέα ο οποίος ζωογονεί την ύλη.

Πριν υπεισέλθουμε στην ουσία του εξεταζομένου ζητήματος, ας επιχειρήσουμε μία ετυμολογική ανάλυση της λέξεως «ψυχή». Θα διαπιστώσουμε ότι προέρχεται από το ρήμα «ψύχω», το οποίο σημαίνει «φυσώ’αλλά και «αναπνέω». Έτσι, η ψυχή κατά τούς Ομηρικούς χρόνους, αποκτά την έννοια της ζωτικής δυνάμεως.

Συνεπώς, κατ’ αυτή την αντίληψη, η ψυχή εισέρχεται στο σώμα καθιστώντας το έμβιο ον, με την πρώτη αναπνοή, εγκαταλείπει δε αυτό με την τελευταία αναπνοή. Πνεύμα και ψυχή, αυτές είναι οι ενεργειακές δυνάμεις οι οποίες καθιστούν τη ζωή ενσυνείδητη. Συνεπώς ο άνθρωπος πρωτίστως αποτελεί μία πνευματική οντότητα, η οποία καθ’ όλη τη διάρκεια της υπάρξεώς της, στο γήινο επίπεδο, χρησιμοποιεί ένα θνητό περίβλημα για την ανάπτυξή της.

Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, συχνά αποδίδεται στο σώμα ο χαρακτηρισμός «όχημα της ψυχής». Ασφαλώς επ’ αυτού δεν είναι καθόλου τυχαίος ο ισχυρισμός του Πλουτάρχου ο οποίος στα «Ηθικά» (163 Ε) αποφαίνεται ότι: «Ψυχής γap όργανον το σώμα». Ο δε Ισοκράτης στον «Περί Αντιδόσεως» λόγο του (180) αναφέρει ότι Ή φύση, μας δημιούργησε με σώμα και ψυχή…της μεν ψυχής έργο είναι να σκέπτεται…του δε σώματος να εκτελεί τις αποφάσεις της ψυχής».

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η άποψη του Πλάτωνος στον «Μένωνα» (81 β) όπου υποστηρίζει ότι: Ή ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη και συμβαίνει άλλοτε μεν να τελειώνει -την επίγεια παρουσία της-, πράγμα που ως γνωστάν οι άνθρωποι το ονομάζουν θάνατο, άλλοτε να ξαναγιεννιέται, αλλά ποτέ δεν χάνεται». Την ίδια αντίληψη προβάλλει και στον «Γοργία» (524Β) όπου ισχυρίζεται ότι Ό θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο χωρισμός δύο πραγμάτων του ενός από το άλλο, δηλαδή της ψυχής από το σώμα».

Υπό μία γενική έννοια, κυριαρχεί η αντίληψη ότι η ψυχή κατά την επίγεια παρουσία της εξελίσεται μέσω των πράξεων του ατόμου φορέα της. ‘Οταν αυτός ο ψυχικός φορέας επιτελέσει την εκπλήρωση της αποστολής του, τότε η ψυχή τον εγκαταλείπει, και μεθιστάμενη εκ νέου στο ουράνιο πεδίο, αναμένει την επανενσάρκωσή της σε ένα νέο υλικό φορέα, προκειμένου να συνεχίσει το έργο της προς την ηθική τελειοποίηση στο γήϊνο και πάλι επίπεδο.

Όταν αντίθετα μία ψυχή ενσαρκώνεται, εγκαταλείπει το υπερπέραν και αποχωρίζεται από μία οικογένεια ψυχών, ενώ όταν επέρχεται ο λεγόμενος θάνατος, εισέρχεται εκ νέου στο ουράνιο πεδίο, απ’ όπου άλλωστε έλκει και την προέλευσή της. Εάν η ψυχή κατά την γήϊνη παρουσία της κατόρθωσε να ανελιχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, εκδηλώνοντας τις μέγιστες πνευματικές δυνάμεις, τότε επέρχεται η ολοκλήρωση της αποστολής της και μετά την διάλυση του ανθρώπινου οργανισμού, όντας ευρισκόμενη στην υπέρτατη βαθμίδα της εξελικτικής ανελίξεως (Θέωση), μεταβαίνει στα Ηλύσια Πεδία, έναν ουράνιο χώρο ο οποίος ανταποκρίνεται στην ποιοτική της κατάσταση. Αντίθετα, εάν η τελείωση δεν πραγματώθηκε κατά την διάρκεια του ενσαρκωμένου βίου της, τότε η ψυχή μεθίσταται στον Άδη.

Το εκπαιδευτικό έργο που χαρακτηρίζει τη δόμηση της ψυχικής προσωπικότητας, δεν παύει να διεξάγεται κατά τη διάρκεια που η ψυχή παραμένει στο ουράνιο πεδίο. Απλά προσλαμβάνει διαφορετικές εκφράσεις από αυτές με τις οποίες εκδηλώνεται κατά την επίγεια παρουσία της, εκδηλώσεις οι οποίες δεν είναι αντιληπτές με τις αντικειμενικές αισθήσεις. Κατά τον Πλάτωνα, η ψυχή ενσαρκώνεται, μέχρι να επέλθει η τελειοποίησή της, κατά μέσο όρο 777 φορές. Κάθε δε πλήρης κύκλος ενσαρκώσεώς της, διαρκεί κατά μέσον όρο 144 έτη και ακολούθως καλείται εκ νέου να εμψυχώσει έναν υλικό φορέα.

Οπωσδήποτε, εάν αποδεχόμαστε την αθανασία της ψυχής μετά τη μετάσταση, ευνόητο είναι ότι θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι η αθάνατη υπόστασή της υφίσταται και προ της γεννήσεως. Ο Πλάτων μάλιστα στον ‘Τίμαιο»προσδιορίζει και τον σαρκικό φορέα εντός του οποίου θα ενσαρκωθεί η ψυχή, ανάλογα με την πορεία της στον πρότερο βίο. Οι δειλοί θα γίνουν γυναίκες, οι επιπόλαιοι πουλιά, οι αμαθείς άγρια ζώα, ενώ οι διεφθαρμένοι ερπετά.

Καθόλου τυχαία, η ψυχή αποκαλείται ως «ο εσωτερικός άνθρωπος» (Πολιτεία, IX, 589Α). Το καθήκον της ψυχής επικεντρώνεται στο να καταστήσει εφικτό να διεισδύσουν οι αμετάβλητοι νόμοι της Αρμονίας μέσα στο σώμα, νόμοι οι οποίοι κυριαρχούν στον ουρανό. Ο Πλάτων στον ‘Τίμαιο» (90 Γ-Δ) υποστηρίζει ότι αρχικά η ψυχή κατοικεί σε ένα άστρο και όταν αποφασισθεί κατέρχεται σε ένα σώμα. Από αυτή την εξ ιστόρηση συνάγεται η διαπίστωση ότι η ψυχή ως προϋπάρχουσα είναι αρχαιότερη του σώματος.

Θα πρέπει λοιπόν να φροντίζουμε ιδιαιτέρως την ψυχική αγωγή και καλλιέργεια, αφού όπως δηλώνει ο Πλάτων στο Συμπόσιο» (209Α), η ψυχή αποτελεί την πηγή της γνώσεως. Έτσι ο ψυχικός παράγοντας αναδεικνύεται σε ένα θεϊκό δώρο, είναι το θείο πνεύμα μέσα στην ανθρώπινη φύση, ο δαίμων εκείνος που πρέπει να κατευθύνει τον άνθρωπο σε κάθε πράξη του, ισχυρίζεται και πάλι ο Πλάτων στον «Τίμαιο» (90Α). Τον κυρίαρχο ρόλο του δαίμονος της ψυχής, όπου δαίμων είναι το πνεύμα, υποδηλώνοντας την αφύπνιση και εγρήγορση του Εσώτερου Εαυτού, διαπιστώνουμε στην περίπτωση του Σωκράτη, ο οποίος ανήγαγε κάθε πράξη του στις παρορμήσεις ή στις αποτροπές που δεχόταν από το δαιμόνιο που έδρευε στον Ναό της ψυχής του.Δείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα

Σελίδες — 1 2 3 4 5 6

Διαβάστε περισσότερα

Advertisement

Το ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων - απόψεων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω e-mail έτσι ώστε να αφαιρεθεί. Σχόλια που θα υποπέσουν στην αντίληψή μας, με αναφορές σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, emails, υβριστικά ή συκοφαντικά,θα αφαιρούνται.