Συναγερμός στην Ανταρκτική: Το τέλος της «Κρυόσφαιρας»;

Advertisement

ίναι η πιο άγνωστη και η λιγότερο εξερευνημένη ήπειρος του πλανήτη μας. Μια παγωμένη ερημική ήπειρος, όπου το χειμώνα ο ήλιος δεν ανατέλλει ποτέ και το καλοκαίρι δεν δύει ποτέ. Εδώ σχεδόν τίποτε δεν μπορεί να επιβιώσει. Δεν υπάρχουν ιθαγενείς, θηλαστικά ή φυτά. Ούτε καν ένα δένδρο. Είναι η Ανταρκτική και θεωρείται ο “θερμοστάτης” του πλανήτη μας.

Η έβδομη και μονίμως παγωμένη ήπειρος, με έκταση 14.000.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, δηλαδή 1.3 φορές μεγαλύτερη από την ευρωπαϊκή ήπειρο ή διπλάσια από την Αυστραλία. Είναι καλυμμένη κατά 98% από παγοπέδια με μέσο όρο ύψους τα δύο χιλιόμετρα, κι αποτελεί, μετά τους ωκεανούς, το σημαντικότερο φυσικό σύστημα “θέρμανσης-ψύξης” του πλανήτη Γη.

Σε αυτή την παγωμένη ερημιά στο πιο νότιο μέρος της Γης έχει καταγραφεί η χαμηλότερη θερμοκρασία στον πλανήτη μας (-89,2 βαθμούς Κελσίου) και κατά το χειμώνα της έχει θερμοκρασία κατά μέσο όρο από -30 ως -63 βαθμούς Κελσίου. Η Ανταρκτική δεν είναι απλά ένα απέραντο “φυσικό ψυγείο”, που διατηρεί τα πάντα στην μόνιμη κατάψυξή του, αλλά ρυθμίζει καθοριστικά και το παγκόσμιο κλίμα.

Η παγονησίδα του Ρος λιώνει

Η τεράστια παγονησίδα Ρος, που έχει έκταση μισό εκατομμύριο τετραγωνικά χιλιόμετρα και είναι η μεγαλύτερη ζώνη επιπλέοντα πάγου στον πλανήτη μας, λιώνει με ανησυχητικούς ρυθμούς. H παγονησίδα Ρος συγκρατεί ένα κομμάτι παγοκάλυψης της Ανταρκτικής που απειλείται πιο άμεσα. Αν μόνο η παγονησίδα του Ρος, η οποία έχει το μέγεθος μιας “επιπλέουσας Γαλλίας”, λιώσει και εξαφανιστεί εντελώς, τότε η στάθμη των θαλασσών και των ωκεανών σε όλο τον πλανήτη θα μπορούσε να ανέβει κατά έξι με επτά μέτρα. Αλλά ακόμη κι αν λιώσει λίγο, ώστε να ανέβει η στάθμη των θαλασσών κατά μόλις 10 εκατοστά, αυτό επίσης θα ήταν πολύ ανησυχητικό διότι θα επηρεαστούν αρνητικά τεράστιες χαμηλές και πυκνοκατοικημένες περιοχές. Αν ανέβει έξι μέτρα, τότε θα τελειώσουν όλα…

Οι επιστήμονες που επισκέπτονται και μελετούν την παγονησίδα Ρος, εφορμούμενοι από την ερευνητική βάση Σκοτ, κάνουν διατρήσεις στα επιπλέοντα στρώματα του πάγου, καταλήγοντας στο ανησυχητικό συμπέρασμα ότι ότι αυτός λιγοστεύει χρόνο με το χρόνο. Μελετώντας αρχαία κομμάτια πάγου οι επιστήμονες προσπαθούν να κατανοήσουν πως η παγονησίδα Ρος αντέδρασε κατά τις κλιματικές μεταβολές του μακρινού γεωλογικού παρελθόντος, ώστε να προβλέψουν πόσο γρήγορα μπορεί να λιώσει καθώς το κλίμα αλλάζει.

Τα ρήγματα και οι κατακρημνίσεις παγόβουνων αυξάνουν

Στα φονικά ρήγματα που υπάρχουν στη λεγόμενη Ζώνη Διάτμησης της παγονησίδας Ρος, περίπου 300 χιλιόμετρα από τη βάση Σκοτ, τα ρήγματα μεγαλώνουν με όλο και επιταχυνόμενους ρυθμούς, λόγω της παγκόσμιας υπερθέρμανσης, και διασπούν την παγονησίδα διευκολύνοντας έτσι την τήξη της. Κάποια ρήγματα έχουν πλάτος μόνον 5-7 εκατοστά και βάθος 30-40 μέτρα και επεκτείνονται συνεχώς. Στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο των ΗΠΑ υπάρχει το “National Snow and Ice Data Center”, το οποίο μελετά συστηματικά το μέγεθος των πολικών παγοπεδίων από το 2002, κι έχει καταλήξει σε πολύ απαισιόδοξες προβλέψεις για το μέλλον της “Κρυόσφαιρας” και συνεπώς του παγκόσμιου κλίματος.

Αυτό που συμβαίνει στην παγονησίδα Ρος είναι μια μόνον αντανάκλαση της παγκόσμιας υπερθέρμανσης πάνω στο τεράστιο, αλλά ευαίσθητο, παγωμένο οικοσύστημα της Ανταρκτικής. Η παγωμένη ήπειρος βλέπει κάθε χρόνο τις θερμοκρασίες της να ανεβαίνουν και τα στρώματα πάγου να μικραίνουν. Μια επιστημονική μελέτη του 2018, η οποία περιλαμβάνει υπολογισμούς και δεδομένα από πολλές άλλες προηγούμενες μελέτες, εκτιμά ότι η συνολική απώλεια πάγου στην Ανταρκτική ήταν 43 γιγατόνους ετησίως κατά μέσο όρο κατά την περίοδο 1992 έως 2002. Επιταχύνθηκε όμως στο μέσο όρο των 220 γιγατόνων ετησίως κατά τη διάρκεια των πέντε ετών από το 2012 έως 2017.

Η Ανταρκτική… πρασινίζει επικίνδυνα!

Το λιώσιμο των πάγων και η αύξηση της θερμοκρασίας στην Ανταρκτική έχει ως αποτέλεσμα αυτή η παγωμένη ερημική ήπειρος να αρχίσει να… πρασινίζει. Στο βόρειο άκρο της άρχισε να πολλαπλασιάζεται τα τελευταία χρόνια η δεσαμψία της Ανταρκτικής (Deschampsia antarctica), το ένα από τα δύο φυτά υψομέτρου που συναντάται νοτίως από τον 56ο Ισημερινό. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού της Ανταρκτικής άρχισαν να εμφανίζονται φαρδιές, πράσινες λωρίδες από αυτό το φυτό σχηματίζοντας εκτενή λιβάδια, εκεί όπου παλιότερα επικρατούσαν οι πάγοι. Αυτή η μεταμόρφωση του νότιου πόλου, που είναι αποτέλεσμα των πάγων που εξαφανίζονται, δεν θεωρείται ευχάριστο γεγονός, αλλά ένα ακόμη ανησυχητικό σημάδι.

Ο πιο πλούσιος ωκεανός του κόσμου γίνεται άγονος

Οι μεγάλες και οι πιο επικίνδυνες μεταβολές όμως συμβαίνουν στις παγωμένες θάλασσες κάτω και γύρω από την Ανταρκτική, που θεωρούνται οι πιο πλούσιες σε αλιεύματα στον κόσμο, παρά την σχεδόν παντελή έλλειψη σιδήρου. Αυτή η έλλειψη όμως αναπληρώνεται από την παρουσία του πάγου, δεδομένου ότι στο μισοπαγωμένο όριο ανάμεσα στο αλμυρό νερό και στους περιφερόμενους πάγους, αναπτύσσεται κατά κύριο λόγο το μικροσκοπικό φυτοπλαγκτόν, που είναι και η βάση της θαλάσσιας τροφικής αλυσίδας.

Με το φυτοπλαγκτόν αυτών των παγωμένων νερών τρέφονται τα κριλ (ευφαυσεώδη), και πολλαπλασιάζονται σε απίστευτους αριθμούς κατά τον επταετή κύκλο της ζωής τους. Και τα κριλ αυτά αποτελούν τη βάση της διατροφής για τους πιγκουίνους, τις φώκιες και τις φάλαινες, που ακόμη ευημερούν γύρω από την Ανταρκτική. Όσο πιο πολλοί πάγοι υπάρχουν γύρω από την Ανταρκτική, τόσο πιο πολύ φυτοπλαγκτόν παράγεται και επομένως περισσότερα κριλ, τα οποία διατρέφουν τα περισσότερα θαλάσσια είδη του νότιου παγωμένου ωκεανού. Χωρίς τους πάγους, το τρίγωνο φυτοπλαγκτον-κριλ-θηλαστικά θα καταρρεύσει, και οι γύρω θάλασσες θα γίνουν άγονες για τη ζωή.

Οι επιστημονικές έρευνες έδειξαν πως από το 1976 και μετά ο πληθυσμός των κριλ μειώνεται δραματικά με τον εκπληκτικό ρυθμό του 40% ανά δεκαετία και συνεχίζει, επηρεάζοντας αρνητικά όλο το θαλάσσιο οικοσύστημα γύρω από την Ανταρκτική, από τα πουλιά μέχρι και τις φάλαινες. Ο πληθυσμός των πιγκουίνων Αντελί έχει ήδη μειωθεί κατά 70% και εκείνος του αυτοκρατορικού πιγκουίνου κατά 50%. Η κλιματική αλλαγή αποτελεί πλέον μια πολύ σοβαρή απειλή για τον πιο παραγωγικό ωκεανό του πλανήτη και για τα τελευταία μεγαλόσωμα πλάσματα που ζουν εκεί.

Η “τρύπα του όζοντος” ζει και βασιλεύει

Η Ανταρκτική φαίνεται να ζεσταίνει γύρω από τις άκρες της και ταυτόχρονα να ψύχεται στο κέντρο της. Πιθανότατα η απώλεια όζοντος, που απορροφά την υπεριώδη ακτινοβολία, μπορεί να έχει ψύξει τη στρατόσφαιρα, ενισχύοντας έτσι τη λεγόμενη “πολική δίνη”, ένα μοτίβο περιστροφικών ανέμων γύρω από το Νότιο Πόλο.

Ως γνωστόν πάνω από την παγωμένη Ανταρκτική υπάρχει μια μεγάλη περιοχή με χαμηλή συγκέντρωση όζοντος, η λεγόμενη «τρύπα του όζοντος». Αυτή η τρύπα καλύπτει σχεδόν ολόκληρη την ήπειρο και έφτασε στο μεγαλύτερο μέγεθός της τον Σεπτέμβριο του 2008, και διατηρήθηκε σε αυτό το μέγεθος μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Η “τρύπα του όζοντος”, που οφείλεται στην εκπομπή χλωροφθορανθράκων ή CFC στην ατμόσφαιρα, εντοπίστηκε από τους επιστήμονες για πρώτη φορά το 1985 και τείνει να αυξάνεται, παρά την μείωση των CFC. Το όζον απορροφά μεγάλες ποσότητες υπεριώδους ακτινοβολίας στη στρατόσφαιρα και τις εμποδίζει να φθάσουν στην επιφάνεια της γης. Επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει πως η καταστροφή του όζοντος μπορεί να διαδραματίσει κυρίαρχο ρόλο στις κλιματικές αλλαγές στην Ανταρκτική, καθώς και σε μια ευρύτερη περιοχή του νότιου ημισφαιρίου, που προάγουν την επιτάχυνση της τήξης των πάγων.

Τι θα συμβεί αν λιώσει η Ανταρκτική;

Ο θαλάσσιος πάγος γύρω από την Ανταρκτική παρουσιάζει μία μείωση της έκτασής του κατά περίπου 30%, σε σχέση με το 1950, όταν άρχισαν να γίνονται και οι πρώτες συστηματικές ρυθμίσεις. Το λιώσιμο των παγοκαλυμμάτων της Ανταρκτικής, αλλά και της Γροιλανδίας, εκτός του ότι θα αυξήσει το επίπεδο της στάθμης των ωκεανών ενδέχεται επίσης να προκαλέσει περισσότερα ακραία καιρικά φαινόμενα και να αποσταθεροποιήσει το κλίμα σε διάφορες περιοχές του πλανήτη μας. Ο Νίκολας Γκόουλετζ, του Κέντρου Έρευνας Ανταρκτικής του Πανεπιστημίου Βικτόρια στο Ουέλινγκτον της Νέας Ζηλανδίας, παραδέχεται πως “σύμφωνα με τα μοντέλα μας το λιώσιμο των καλυμμάτων πάγου θα προκαλέσει σημαντικές διαταραχές στα ρεύματα των ωκεανών και θα αλλάξει τα επίπεδα ζέστης σε όλο τον πλανήτη”.

Αν και υπάρχουν ήδη αρκετές έρευνες σχετικά με την ταχύτητα που λιώνουν οι παγοκρηπίδες εξαιτίας της πλανητικής υπερθέρμανσης, δεν υπάρχουν αντίστοιχες μελέτες για τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι υδάτινες μάζες ενδέχεται να επηρεάσουν το κλίμα του πλανήτη. Η Νατάλια Γκόμεζ, του πανεπιστημίου ΜακΓκίλ του Καναδά, επισημαίνει πως “οι αλλαγές που παρατηρούμε σε μεγάλη κλίματα στις προσομοιώσεις μας δείχνουν ένα κλίμα πιο χαοτικό, με πιο πολλά ακραία καιρικά φαινόμενα, πιο συχνούς και έντονους καύσωνες”.

Οι παγοκρηπίδες της Ανταρκτικής και της Γροιλανδίας, που μπορεί να φτάνουν σε πάχος έως και 3 χιλιόμετρα, περιέχουν περισσότερα από τα 2/3 του γλυκού νερού του πλανήτη, ποσότητα αρκετή για να προκαλέσει την άνοδο της επιφάνειας των ωκεανών κατά 58 (Ανταρκτική) και 7 (Γροιλανδία) μέτρα αντίστοιχα, αν λιώσουν εντελώς. Πρόκειται για μια ανησυχητικά τεράστια και καταστροφική μεταβολή, που αν συνεχιστεί με τον ίδιο ρυθμό, κατά τις επόμενες δεκαετίες τίποτε στον πλανήτη μας δε θα είναι ξανά το ίδιο.

* Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.

Πηγή

Διαβάστε περισσότερα

Advertisement