Θράκη: Αυτά που πρέπει να ξέρετε

Advertisement

Από το 1922 μέχρι σήμερα, το Ελληνικό κράτος έχει λειτουργήσει ως ιδανικός αυτόχειρας σε μία δέσμη ζητημάτων που άπτονται των εθνικών του συμφερόντων.

Κορυφαίο παράδειγμα η περίπτωση της Θράκης. Μάλιστα, όσο τείνουμε να προσφωνούμε το ζήτημα με τον όρο «Θρακικό», τόσο το αυτονομούμε στη συνείδησή μας ως κάτι το οποίο είναι διεκδικήσιμο.

Του Ραφαήλ Α. Καλυβιώτη

Το πρώτο λάθος έγκειται στην αδικαιολόγητη παρουσία του τουρκικού προξενείου στην περιοχή. Στα σύγχρονα έθνη – κράτη «λαός» είναι αυτός που δύναται χωρίς κανέναν περιορισμό να ασκεί τα πολιτικά του δικαιώματα και να συναποφασίζει για το μέλλον του έθνους.

Οι μουσουλμάνοι της Θράκης χαίρουν όλων αυτών των δικαιωμάτων αφού είναι Έλληνες πολίτες και καμία διάκριση δεν υφίσταται μεταξύ αυτών και των χριστιανών Ελλήνων πολιτών. Έλληνες χριστιανοί και Έλληνες μουσουλμάνοι έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις.

Αιτήματα ειδικής μεταχείρισης, λοιπόν, λειτουργούν προς την κατεύθυνση της αυτονόμησης πέραν των προβλεπόμενων από το νόμο διατάξεων περί τοπικής αυτοδιοίκησης κα στρέφονται κατά της εθνικής κυριαρχίας. Έτσι, ουδεμία παρέμβαση του τουρκικού προξενείου στην Κομοτηνή και ουδεμία ανάμιξη της Τουρκίας στα θέματα της Ελληνικής Θράκης δεν νοείται.

Το δεύτερο λάθος συνετελέσθη μετά την Μικρασιατική καταστροφή, όταν το ήμισυ των χριστιανών προσφύγων απεχώρησε από την Θράκη αντί να κατασκευασθούν γι αυτούς νέες εστίες από το Ελληνικό Κράτος.

Η μεγαλύτερη παρουσία Χριστιανών προσφύγων στην περιοχή θα λειτουργούσε ως γέφυρα και με τους μουσουλμάνους λόγω της μακράς συμβίωσης των προσφύγων με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας και επίσης θα ανεδείκνυε το κοινό στοιχείο που θα ένωνε τους πληθυσμούς της περιοχής, ήτοι την Ελληνικότητα.

Το τρίτο λάθος που διαπράχθηκε ήταν ότι επιχειρήθηκε εκ μέρους των Ελληνικών κυβερνήσεων η ενίσχυση του Κεμαλισμού εντός του μουσουλμανικού πληθυσμού της Θράκης έναντι του ισλαμιστικού – θεοκρατικού ρεύματος, στα πλαίσια των «καλών διακρατικών σχέσεων με την Τουρκία», αφού προκρίθηκε ότι ο Κεμαλικός παράγων στην γείτονα είναι πιο «ορθολογικός και νεωτερικός».

Αυτά δεν σημαίνουν ότι, με την απαρχή των βίαιων γεγονότων στην Πόλη το 1955, θα έπρεπε η Ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει σε άμεσα αντίποινα. Όμως δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι το τέταρτο λάθος των Ελληνικών κυβερνήσεων (που συνδέεται με το τρίτο) ήταν η επίσημη ανοχή στις συντονισμένες προσπάθειες του τουρκικού κράτους να εκτουρκίσει τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς.

Ο εκτουρκισμός των μουσουλμάνων της Θράκης εκκινά αμέσως μετά την σύναψη της Συνθήκης της Λωζάννης, όταν διώκονται οι παλαιομουσουλμάνοι για να ευνοηθεί, όπως προαναφέρθηκε, η «κεμαλική συνιστώσα».

Το πέμπτο και το χειρότερο όμως λάθος αποτελεί η αντιμετώπιση από τις ελληνικές κυβερνήσεις των Πομάκων και των Ρομά. Στο πλαίσιο της αντικομμουνιστικής υστερίας, οι Πομάκοι θεωρήθηκαν εν δυνάμει Βούλγαροι, κι επειδή η Τουρκία ήταν μαζί με την χώρα μας μέλος του ΝΑΤΟ, θεωρήθηκε προτιμότερο να ενταχθούν στην τουρκική σφαίρα επιρροής, αφού η Βουλγαρία αποτελούσε εκείνη την εποχή δήθεν ισχυρότερο κίνδυνο.

Η λανθασμένη εκείνη λογική οδήγησε στην υπογραφή των αυτοκτονικών μορφωτικών πρωτοκόλλων του 1951 και του 1968, με τα οποία διεπράχθη εκτουρκισμός των Πομάκων από το ίδιο το Ελληνικό Κράτος!

Ούτε οι Ρωμά. Βέβαια, δεν γλίτωσαν από την «ελληνοτουρκική φιλία». Έτσι, το πάγιο αίτημα της Τουρκίας για γλωσσικό εκτουρκισμό έγινε επί της ουσίας δεκτό κατά την δεκαετία του 1950, όταν Τούρκοι δάσκαλοι εγκαταστάθηκαν στην Θράκη για να διδάξουν στα μειονοτικά σχολεία.

Τα αλλεπάλληλα αιτήματα των Πομάκων για ελληνική δημόσια παιδεία προσέκρουαν πάντα στο αδιάφορο και φοβικό ελληνικό κράτος.

Αντίθετα, ο τουρκικός μηχανισμός λειτουργούσε με αποτελεσματικότητα, αφού κατασκεύαζε νέες πολιτισμικές οντότητες εντός των πεδινών χωριών μέσω των μεικτών οικισμών. Η τουρκική πολιτική στην περιοχή λειτουργούσε με τρομοκρατικό τρόπο: Επέβαλε εμμέσως την αποποίηση της ταυτότητας του Πομάκου και του Ρωμά έναντι της τουρκικής ως προϋπόθεση για να ανέλθει κάποιος κοινωνικο-οικονομικά. Όσοι δε από τους πρώτους τολμούσαν να διατηρήσουν την ιδιοπροσωπία τους τέθηκαν στο περιθώριο.

Από την δεκαετία του 1990 και μετά, η τουρκική πολιτική όχι μόνον δεν υποχώρησε αλλά εντάθηκε. Η δε Ελληνική Πολιτεία, ήδη από τη δεκαετία του 1980, είχε προσχωρήσει στην πελατειακή λογική. Το τουρκικό προξενείο πλέον προσεκαλείτο επισήμως να παρευρίσκεται σε δημόσιες εκδηλώσεις από τους ίδιους τους Έλληνες δημοτικούς και περιφερειακούς άρχοντες, την ίδια στιγμή που συνέχιζε τη διαδικασία εκτουρκισμού.

Μία από τις πλέον προσφιλείς μεθόδους του ήταν (και εξακολουθεί να είναι) η χρηματική αρωγή προς τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, ούτως ώστε να εγκαθιστούν στις οικίες τους δορυφορικά πιάτα μέσω των οποίων η τουρκική γλώσσα και ιδεολογία προπαγανδίζονται σε καθημερινή βάση.

Οι τουρκόφωνες εφημερίδες δίχως καμία πρόφαση προπαγάνδιζαν το σύνθημα «όποιος δηλώνει Πομάκος ή Ρωμα θα… εκχριστιανισθεί»! Οι δε πρόσφατες εκλογές δείχνουν ότι αυτά τα φαινόμενα εντείνονται.

Υπό αυτή την έννοια, θα έπρεπε να είχε προβληματίσει εδώ και καιρό τους ιθύνοντες στο υπουργείο Εξωτερικών η απαρχή ενός διαλυτικού φαινομένου, που εκφράσθηκε πρώτη φορά με την ανεξαρτητοποίηση του Κοσσυφοπεδίου. Η εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης σε μικρές πληθυσμιακές ομάδες εντός των εθνικών κρατών δημιούργησε ένα αρνητικό προηγούμενο. Ήδη εκδηλώνεται στην Ουκρανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Παρόμοιες υπεραπλουστεύσεις δεν χωρούν φυσικά στην Θράκη, μία περιοχή καθαρά ελληνική ιστορικά, πολιτιστικά και δημογραφικά, όπου η μουσουλμανική μειονότητα θέλει να ζει ειρηνικά στα πλαίσια του ελληνικού κράτους. Αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο ανάμειξης στα εσωτερικά της Ελλάδος από υποψήφιους «προστάτες» μειονοτικών πληθυσμών.

Σύμφωνα με το νεο-ρεαλιστικό υπόδειγμα της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, τα έθνη – κράτη έχουν συμφέροντα και έχουν αξιώσεις. Έθνη που δεν διεκδικούν τίποτα λοιπόν, όπως το δικό μας, αναπόδραστα θα περιφερειοποιηθούν, ήτοι οι επιλογές τους δεν θα συναρτώνται μόνον από τις μεγάλες δυνάμεις αλλά και από χώρες οι οποίες είναι περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Τουρκία.

Η Ελλάδα, εάν θέλει να επιβιώσει ως παράγων που έχει ανεξαρτησία στις επιλογές του, οφείλει να οργανώσει μία σύγχρονη, επιστημονικά σχεδιασμένη προσέγγιση της ανάπτυξης της Δυτικής Θράκης και της πλήρους ενσωμάτωσης των Μουσουλμάνων στην Ελληνική κοινωνία, όχι ως «μειονοτικών», αλλά ως ισότιμων Ελλήνων πολιτών.

Ο Ραφαήλ Α. Καλυβιώτης είναι Πολιτικός Επιστήμονας και ιδρυτικό μέλος του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών

Πηγή «Αντίβαρο»

Advertisement