Τι είναι η πραγματικότητα;

Advertisement

Ε. Συνείδηση

Ο Καρτέσιος έκανε μια σημαντική φιλοσοφική πρόταση όταν διετύπωσε το «σκέφτομαι άρα υπάρχω» αλλά το «σκέφτομαι άρα υπάρχεις», μήπως είναι λιγάκι υπερβολικό;

Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, ένα κβαντικό σωμάτιο όπως ένα ηλεκτρόνιο ή ένα φωτόνιο περιγράφεται μαθηματικά με μια κυματική συνάρτηση. Αυτές (ως στοιχεία ενός απειροδιάστατου χώρου Χίλμπερτ) μπορούν να υπάρχουν ως επαλληλία πολλών καταστάσεων ταυτόχρονα.

Για παράδειγμα ένα φωτόνιο μπορεί να περιστρέφεται σε δυο κατευθύνσεις σε μια οπτική ίνα ή ένα ηλεκτρόνιο μπορεί ταυτόχρονα να έχει δεξιόστροφο και αριστερόστροφο σπιν ή να βρίσκεται σε δυο μέρη ταυτόχρονα. Όμως αν προσπαθήσουμε να παρατηρήσουμε όλες αυτές τις ταυτόχρονες υπάρξεις συμβαίνει κάτι παράξενο: βλέπουμε μόνο μια. Πώς λοιπόν αυτές οι πολλές δυνατότητες γίνονται μόνο μια φυσική πραγματικότητα;

Αυτό αποτελεί κομβικό ερώτημα στην κβαντική φυσική και έχει δημιουργήσει μια πληθώρα προτάσεων ή ερμηνειών (βλέπε προηγούμενο άρθρο του γράφοντος με τίτλο οι πολλές όψεις της κβαντικής πραγματικότητας). Η πιο δημοφιλής είναι η ερμηνεία της σχολής της Κοπεγχάγης που δηλώνει ότι τίποτε δεν είναι αληθινό μέχρι να παρατηρηθεί ή να μετρηθεί. Η παρατήρηση της κυματικής συνάρτησης προκαλεί την κατάρρευση της υπέρθεσης.

Όμως η ερμηνεία αυτή δεν λέγει τίποτε για το τι ακριβώς είναι η μέτρηση. Ο John von Neumann (και ο Eugene Wigner, βλέπε και παραπάνω παράγραφο Β) έσπασαν αυτή τη σιωπή και πρότειναν ότι η παρατήρηση είναι μια ενέργεια ενός συνειδητού εγκεφάλου. Σε αυτό συμφωνούσε και ο Max Planck, ο ιδρυτής της κβαντικής θεωρίας που το 1931 έγραψε: «Θεωρώ την συνείδηση ως θεμελιώδη. Θεωρώ την ύλη ως παράγωγο της συνείδησης».

Το επιχείρημα αυτό εδράζεται στην άποψη ότι υπάρχει κάτι ιδιαίτερο στην συνείδηση, ενισχυμένα στην ανθρώπινη συνείδηση. Ο von Neumann υποστήριζε πως τα πάντα στο σύμπαν που υπόκεινται στους κβαντικούς νόμους δημιουργούν μια τεράστια κβαντική υπέρθεση. Όμως ο συνειδητός εγκέφαλος είναι διαφορετικός: Μπορεί να επιλέγει μια από τις προσφερόμενες κβαντικές δυνατότητες και να την καθιστά πραγματική-στον εαυτό του τουλάχιστον.

Ο Henry Stapp του εθνικού εργαστηρίου Lawrence Berkeley των ΗΠΑ είναι ένας από τους λίγους φυσικούς στις μέρες μας που υιοθετεί αυτή την ερμηνεία: Αποτελούμε (υποστηρίζει) συμμετέχοντες παρατηρητές των οποίων οι εγκέφαλοι προκαλούν την κατάρρευση των υπερθέσεων, πριν εμφανιστεί η ανθρώπινη συνείδηση υπήρχε απλά ένα πολυσύμπαν εν δυνάμει συμπάντων. Η εμφάνιση ενός συνειδητού εγκεφάλου σε κάποιο από αυτά τα εν δυνάμει σύμπαντα, το δικό μας, του δίδει μια προνομιακή θέση-κατάσταση: την πραγματικότητα

Υπάρχουν πάμπολλοι που αμφισβητούν την θέση του Stapp. Ένα πρόβλημα είναι ότι πολλά από τα εμπλεκόμενα φαινόμενα δεν έχουν κατανοηθεί επαρκώς. Καταρχήν, αμφισβητείται από την φιλοσοφία εάν υπάρχει αυτό που λέμε συνείδηση (σύμφωνα με τον Matthew Donald, καθηγητή φιλοσοφίας της φυσικής του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ). Όταν προσθέσουμε και την κβαντομηχανική τα πράγματα μπερδεύονται περισσότερο.

Ο Donald προτιμά μια ερμηνεία ακόμη πιο περίεργη, αυτή των «πολλαπλών εγκεφάλων». Η ιδέα αυτή, που σχετίζεται με την ερμηνεία των «πολλαπλών κόσμων» της κβαντομηχανικής σύμφωνα με την οποία όλες οι πιθανές κβαντικές καταστάσεις πραγματοποιούνται σε κάποιο από τα πολλά παράλληλα σύμπαντα που υπάρχουν, υποστηρίζει ότι ένας παρατηρητής που παρατηρεί ένα κβαντικό σύστημα βλέπει όλες τις πιθανές καταστάσεις αλλά σε κάποιο διαφορετικό εγκέφαλο.

Αυτοί οι εγκέφαλοι πηγάζουν από την φυσική υπόσταση του μυαλού, μοιράζονται παρελθόν και μέλλον αλλά δεν επικοινωνούν στο παρόν. Δύσκολο να μας πείσουν οι υποστηρικτές των πολλαπλών εγκεφάλων.

ΣΤ. Γνώση

Οι φιλόσοφοι δεν είναι αγενείς όταν περιγράφουν την προσέγγιση των περισσοτέρων ανθρώπων στο θέμα της πραγματικότητας ως απλοϊκό ρεαλισμό. Στο κάτω-κάτω, ακόμη και αυτοί όταν διασχίζουν κάποιο δρόμο για να πάνε στο γραφείο τους, ενδόμυχα αποδέχονται πως η πραγματικότητα υπάρχει άσχετα από τις παρατηρήσεις μας. Όμως όταν φτάσουν στο γραφείο τους και πιάνουν δουλειά, η πρώτη ερώτηση είναι: αν υπάρχει κάτι, πως μπορώ να το γνωρίζω; Με άλλα λόγια, η ερώτηση τι υπάρχει, για πρακτικούς λόγους στην φιλοσοφία ανάγεται στην ερώτηση τι εννοώ όταν λέγω «γνωρίζω»;

Ο Πλάτων ήταν ο πρώτος καταγεγραμμένος φιλόσοφος που προσπάθησε να απαντήσει στο ερώτημα πριν 2400 χρόνια περίπου και όρισε την γνώση ως δικαιολογημένη αληθινή πεποίθηση. Όμως η δοκιμή των όρων «δικαιολογημένη» και «αληθινή» μας οδηγούν πίσω στις αντιλήψεις μας και αυτές πιθανόν να μας παραπλανήσουν.

Πολλούς αιώνες αργότερα ο Καρτέσιος προσπάθησε να αποφανθεί ποιο είναι αυτό για το οποίο είναι σίγουρος ότι υπάρχει και μας προέκυψε το γνωστό σκέφτομαι άρα υπάρχω, δηλαδή ο λεγόμενος σολιπσισμός: Η πεποίθηση πως η αυτοσυνείδηση είναι το μόνο που υπάρχει με βεβαιότητα. Ο Καρτέσιος είπε και κάτι άλλο: Είναι αδύνατο να ξέρουμε πως δεν ονειρευόμαστε (αυτό παραπέμπει σε ταινίες σαν το matrix, βλέπε και παρακάτω).

Στην συνέχεια εμφανίστηκε ο λεγόμενος δυϊσμός, η ιδέα ότι ο εγκέφαλος και η ύλη είναι διαφορετικά πράγματα. Απάντηση σε αυτό ήταν η υπόθεση πως υπάρχει μόνο ύλη και ο εγκέφαλος αποτελεί μια ψευδαίσθηση που προέρχεται από τους νευρώνες που εκτελούν την δουλειά τους. Η αντίθετη άποψη είναι ο λεγόμενος «πανψυχισμός» που αποδίδει πνευματικές ιδιότητες στην ύλη, οπαδός της οποίας ήταν ο μεγάλος αστροφυσικός Arthur Eddington που το 1928 έγραψε: «η ύλη του κόσμου είναι πνευματική, όχι και πολύ διαφορετικό από τα συναισθήματα και την συνείδηση».

Σε ξεχωριστό μονοπάτι εμφανίζονται απόψεις σαν του καθηγητή λογικής (και «ορκισμένου» εχθρού του Derrida) στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ Willard Van Orman Quine που εγκατέλειψε την αναζήτηση των θεμελίων της πραγματικότητας και υποστήριξε μια ειρμολογική προσέγγιση:

Αποκλείουμε την πυραμίδα της γνώσης και σκεφτόμαστε σχηματικά μια σχεδία κατασκευασμένη από τις πεποιθήσεις μας, ένα δίκτυο από φύκια που συνίσταται από δηλώσεις για τις αντιλήψεις μας που δεν βασίζονται σε κάτι αλλά αιωρούνται και που ταυτόχρονα προσφέρουν την απαιτούμενη άνωση για ναυσιπλοϊα. Οι ιδέες αυτές του Quine θεωρούνται κυκλικές και ψευδεπίγραφες, οδηγούν ουσιαστικά στην παραδοχή πως δεν υπάρχει πραγματικότητα ανεξάρτητη από τις παρατηρήσεις.

Η τελική παρατήρηση ας είναι αυτή, του φιλοσόφου Nick Bostrom, του πανεπιστημίου της Οξφόρδης: Μήπως η πραγματικότητα αποτελεί τμήμα μιας εξομοίωσης (ταινία matrix και πάλι); Αν ναι, δύσκολα θα το ανακαλύψουμε. Θα πρέπει κάπου να υπάρχει η θεμελιώδης εξομοίωση (master simulation).

Αν ο κόσμος μας αποτελεί την θεμελιώδη εξομοίωση δεν υπάρχει δυνατότητα να το ανακαλύψουμε (κάποιος θα πρέπει να βγει «εκτός», ότι και να σημαίνει αυτό). Αν πάλι δεν είμαστε στην θεμελιώδη εξομοίωση, και πάλι το μόνο που ίσως μπορέσουμε να επιτύχουμε είναι να δημιουργήσουμε εμείς μια εξομοίωση αλλά δεν υπάρχει δυνατότητα να δούμε εντός μιας πιθανής ακολουθίας εξομοιώσεων (πεπερασμένη, άπειρη;) σε πια βαθμίδα βρισκόμαστε.

Ως επίλογο επιλέξαμε ένα απόσπασμα από τα Καθίσματα, ήχος πλ. β’, ακολουθία Παννυχίδος, Ποίημα Θεοφάνους, Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκοστής:

«Αληθώς ματαιότης τά σύμπαντα, ο δέ βίος σκιά καί ενύπνιον, καί γάρ μάτιν ταράττεται πάς γηγενής, ως είπεν η Γραφή, ότε τόν κόσμον κερδήσωμεν, τότε τώ τάφω οικήσωμεν, όπου ομού βασιλείς καί πτωχοί, διό Χριστέ ο Θεός, τούς μεταστάντας ανάπαυσον, ως φιλάνθρωπος».

Επίσης υπενθυμίζουμε και το κλασσικό έργο «Η ζωή είναι όνειρο» του κορυφαίου Ισπανού θεατρικού συγγραφέα Πέδρο Καλντερόν δε λα Μπάρκα.Δείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα

Σελίδες — 1 2 3

Advertisement