Τι λέει η μυθολογία για τον Ερμή που έφερνε τους νεκρούς στον Κάτω Κόσμο

Advertisement

Ο Ερμής ή με το επικό όνομα Ερμείας, είναι ένας απ’ τους παλαιότερους θεούς με γνήσια Ελληνική «λαϊκή» καταγωγή.

Κατά τη μυθολογία γεννήθηκε σε μια σπηλιά στην Κυλλήνη (στο σημερινό όρος Ζήρια) της Κορινθίας, από τον Δία και την πανέμορφη Νύμφη Μαία, την κόρη του Άτλαντα.

Στον Όμηρο μνημονεύεται με το αρχαιότερο όνομά του Ερμής ο Κυλλήνιος, αλλά και με τους επιθετικούς προσδιορισμούς «εύσκοπος αργεϊφόντης», «διάκτορος», δηλαδή ψυχοπομπός. Στον Όμηρο χρησιμοποιούνται συχνότερα τα επίθετα «χρυσόραβδος» Ερμής, «αγγελιοφόρος» Ερμής, ενώ στον Ησίοδο «ξακουστός κήρυκας των θεών» και «προστάτης των βοσκών και των αιγοπροβάτων».

Η μυθολογία αναφέρει ότι αμέσως μετά τη γέννησή του επινόησε και κατασκεύασε την πρώτη λύρα και έδειξε, από τη βρεφική του ακόμη ηλικία, την επιδεξιότητά του να μπορεί να κλέβει ακόμη και τα βόδια του Απόλλωνα. Ο Ερμής, όπως και ο Προμηθέας, επειδή ανακάλυψε τη φωτιά και τα πυρεία, και συγχρόνως τη θυσία, προφανώς μια θυσία για το δωδεκάθεο, θεωρείται κατά βάση «ένας ανταγωνιστής του δόλιου πυρφόρου Προμηθέα».

Ο Ερμής, μολονότι στην επική ποίηση φαίνεται να έχει βοηθητική θέση έναντι των άλλων ολύμπιων θεών, πολύ γρήγορα εξελίχθηκε σε τόσο πολυσχιδή θεότητα ώστε κάλυπτε σχεδόν κάθε εκδήλωση της ζωής.

Είναι ο πλέον πολυάσχολος θεός, καθώς έχει πολλά καθήκοντα στον Επάνω Κόσμο: πριν απ’ όλα είναι ο αγγελιοφόρος του Δία, είναι επίσης θεός των διασταυρώσεων των δρόμων και των ορίων (συνόρων) (Ερμής Τρικέφαλος ή Τετρακέφαλος), προστάτης των θυρών των σπιτιών και των πυλών των ναών (Πύλαιος και Προπύλαιος Ερμής), θεός των γραμμάτων και της ρητορικής (λόγιος Ερμής), προστάτης των αθλητών και των αγώνων (αγώνιος Ερμής), προστάτης των εμπόρων (αγοραίος και κερδώος Ερμής) -μάλιστα προστάτευε όχι μόνο το θεωρούμενο σήμερα ως νόμιμο, αλλά και το τυχαίο εύρημα, το λεγόμενο έρμαιον, που σημαίνει «δώρο του Ερμή», δηλαδή το θεόσταλτο δώρο (εξ ου και Ερμής Τύχων) ή το απροσδόκητο πολύτιμο εύρημα ή ακόμη και το προϊόν κλοπής ή αρπαγής (εξ ου και άναξ φηλητών ή δόλιος ή ληιστήρ Ερμής).

Κατά τη Γιγαντομαχία, φορώντας την Άϊδος κυνήν (αόρατη περικεφαλαία), σκότωσε τον γίγαντα Ιπόλλυτο, έσωσε τον Δία επανασυνδέοντας τα νεύρα των ποδιών του, τα οποία είχε κόψει ο Τυφωέας και απελευθέρωσε τον θεό Άρη, τον οποίον είχαν φυλακίσει οι Αλωάδες για ένα και πλέον έτος.

Σε όλη την αρχαιότητα ο Ερμής θεωρούνταν ο πιο έξυπνος και ο πιο φιλάνθρωπος θεός (Ερμής αλεξίκακος και αγαθών δωτήρ) και γι’ αυτό ο πιο αγαπητός και διασκεδαστικός θεός του ελληνικού πανθέου, «έκφραση όλων των προτερημάτων και όλων των ελαττωμάτων του αρχαίου Έλληνα». Σε όλη την ιστορία του όμως, την πρώτη θέση είχαν τα χθόνια γνωρίσματά του και ιδίως η γνωστή πανελλήνια ιδιότητα του ψυχοπομπού ή ψυχαγωγού.

Ως ψυχοπομπός στον Κάτω Κόσμο εξυπηρετεί τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη. Συγκεκριμένα μεταφέρει τις ψυχές των νεκρών και συγχρόνως παρευρίσκεται στο δικαστήριο του Άδη, δηλαδή εκτελεί καθήκοντα με τα οποία απέκτησε εξαιρετική θέση ανάμεσα στους θεούς του Κάτω Κόσμου.

Πολλές είναι οι αρχαίες πηγές που παρουσιάζουν τον Ερμή συνδεμένο με καθαρά χθόνιες θεότητες, όπως είναι η Δήμητρα, ο Πλούτων, ο Τροφώνιος κ.ά. «Χθόνιο», λ.χ., αποκαλούν τον Ερμή ο Σοφοκλής, ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης. Δεν είναι όμως απίθανο η ιδιότητα του χθόνιου θεού να προήλθε από την άλλη ιδιότητά του, του κήρυκα των θεών και του ψυχοπομπού.

Έτσι, σαν κήρυκας μπορούσε να διαβιβάσει ειδήσεις ή ευχές από τον Επάνω Κόσμο στον Κάτω ή να μεταφέρει τις ψυχές στους χθόνιους, και ως εκ τούτου να θεωρήθηκε και ο ίδιος χθόνιος. Στους Ορφικούς Ύμνους, ο Ερμής ο χθόνιος οδηγεί τις «αθάνατες ψυχές» στον Άδη και τις ξαναφέρνει πίσω στον Επάνω Κόσμο (για καινούριες ενσωματώσεις).

Ως ψυχαγωγός αναφέρεται επίσης και στις «Χοηφόρους» του Αισχύλου (στ. 622), μολονότι ο Ορέστης αναμένει από αυτόν όχι απλά να διαβιβάσει την ευχή του στους άλλους χθόνιους και στο νεκρό πατέρα του, αλλά και να τον συμπαρασταθεί στην προσπάθειά του να εκδικηθεί τους δολοφόνους του πατέρα του (στ. 727-29). Τη χθόνια θεότητά του μαρτυρεί και ο Παυσανίας, ο οποίος αναφέρει ότι είδε στον Άρειο Πάγο άγαλμα του Ερμή δίπλα σε αγάλματα των άλλων μεγάλων «υπογαίων θεών».

Για την εξαιρετική θέση του Ερμή ανάμεσα στους θεούς του Κάτω Κόσμου μας πληροφορεί και ο Πλούταρχος, καθώς στη γιορτή Ελευθέρια της Πλάταιας συνήθιζαν πρώτα να προσεύχονται στον χθόνιο Ερμή και στον χθόνιο Δία κατά τη θυσία του ταύρου και κατόπιν να καλούν στην «αιμακουρία» τις ψυχές εκείνων που είχαν σκοτωθεί στη μάχη κατά των Περσών, το 479 π.Χ..

Τον Ερμή όμως, ως φοβερό χθόνιο θεό, τον επικαλούνταν οι Έλληνες κατά τον 5ο π.Χ. αι. και στους λεγόμενους «καταδέσμους» (defixiones), δηλαδή στις επικλήσεις προς τους νεκρούς ή τους χθόνιους θεούς, για να βλάψουν όσους μισούσαν. Στην αρχαϊκή εποχή κάθε ταφικό μνημείο ήταν αφιερωμένο ως «άγαλμα» του ψυχοπομπού θεού του Κάτω Κόσμου.

Ο Πίνδαρος, ένα λίθινο γλυπτικό έργο στημένο πάνω σε τάφο το αποκαλεί «άγαλμα Αϊδα». Πάντως, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στον Όμηρο δε γίνεται μνεία του πορθμέα Ερμή, αφού οι ψυχές των νεκρών και στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια μπαίνουν στον Άδη «χωρίς τη βοήθεια κάποιου πλωτού μέσου, αρκεί βέβαια να έχουν καεί».

Όπως αναφέραμε στην προηγούμενη ενότητα, το ρόλο του πορθμέα (του περαματάρη) στη μεταγενέστερη (μεθομηρική) εποχή θα τον χρεωθεί ο Χάρων (Χάροντας), ο οποίος μετέφερε με το πλεούμενό του τους νεκρούς στην απέναντι όχθη των ποταμών του Κάτω Κόσμου (κυρίως της φοβερής Στύγας) και της Αχερουσίας λίμνης.

Η ιστορία του θεού Ερμή είναι ίσως η πιο διδακτική για την εξέλιξη και τη διαρκή ανανέωση του περιεχομένου όλων των χθόνιων θεών. Μάλιστα η περίπτωση του Ερμή δικαιώνει τη νεότερη επιστημονική έρευνα, σύμφωνα με την οποία -όπως προαναφέρθηκε- κάθε μελέτη ή παρουσίαση της ελληνικής θρησκείας θα πρέπει να ξεκινάει από την προ-ομηρική θρησκεία των Ελλήνων.

Σ αυτήν λοιπόν την πλούσια «λαϊκή» θρησκευτική παράδοση και στο τελετουργικό της μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τις άφθονες χθόνιες καταβολές κάθε ολύμπιου θεού και να καταγράψει την εξέλιξη και τη σταδιακή ανανέωσή του, η οποία σε μερικές περιπτώσεις είναι τόσο σημαντική, ώστε από την αρχική θεότητα δεν επιζεί παρά μόνο το όνομα, όπως λ.χ. η περίπτωση του χθόνιου θεού Ερμή, στη μετεξέλιξη του οποίου αξίζει να κάνουμε μια σύντομη αναφορά:

Ο Ερμής, στα πρώιμα χρόνια είχε συνδεθεί με τους παρόδιους λιθοσωρούς που ήταν είτε τάφοι είτε «όροι» (ορόσημα). Και το ελληνικό όνομά του εξάλλου σημαίνει κυριολεκτικά «αυτόν που προβάλλει μέσα από σωρό με πέτρες».

Υπήρχε λοιπόν μια παλιά συνήθεια του αρχαίου Έλληνα αγρότη που, όταν έβρισκε στο δρόμο ένα σωρό από πέτρες, έριχνε άλλη μια πέτρα επάνω του, γιατί πίστευε ότι κάποια θεϊκή δύναμη (θεός-δαίμων) κατοικούσε μέσα σ’ αυτές. Ο Μ. Nilsson θεωρεί ότι σ’ αυτήν τη συνήθεια υποκρύπτονται ίχνη παλιάς λιθολατρίας, και σημειώνει ότι αυτές τις πέτρες τις ονόμαζαν «έρμα» και την μεγαλύτερη από αυτές -στην κορυφή του σωρού- την ονόμαζαν «Ερμή».

Και ο W. Burkert επισημαίνει ότι οι λιθοσωροί, όπως και η πρωτόγονη οριοθέτηση των περιοχών με φαλλό, είχαν πάντοτε την ίδια αποτρεπτική δύναμη. Οι λιθοσωροί αυτοί, δηλαδή οι «Ερμές», τους οποίους οι άνθρωποι της υπαίθρου χρησιμοποιούσαν ως «οδοδείκτες» για τους ταξιδιώτες, αλλά και ως ορόσημα των αγρών και των ιδιωτικών κτημάτων, φαίνεται πως αποτελούσαν τεμένη του χθόνιου Ερμή, ο οποίος μάλιστα τιμωρούσε όποιον τολμούσε να καταπατήσει ξένη γη.Δείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα

Σελίδες — 1 2

Διαβάστε περισσότερα

Advertisement