ΤΡΡ το «Υπερ-Μυστικό»

Advertisement

Αυτό το φόρουμ πλούσιων επιχειρηματιών, το οποίο δημιουργήθηκε το 1995, υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του αμερικανικού υπουργείου Εμπορίου, υποστηρίζει ένθερμα έναν πολύ εποικοδομητικό «διάλογο» μεταξύ των οικονομικών ελίτ των δύο ηπείρων, της αμερικανικής κυβέρνησης και των Ευρωπαίων επιτρόπων στις Βρυξέλλες. Το TABC είναι ένα διαρκές φόρουμ που επιτρέπει στις πολυεθνικές να συντονίζουν τις επιθέσεις τους κατά των πολιτικών γενικού συμφέροντος, οι οποίες ακόμη διαθέτουν ερείσματα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Για να γίνει αντιληπτή η σημασία και το μέγεθος των δύο συνθηκών, πρέπει να σημειωθεί πως οι χώρες της TTP αντιπροσωπεύουν μια αγορά 792 εκατ. ανθρώπων και περισσότερο από το 40% του παγκοσμίου ΑΕΠ, ενώ συνδυαστικά οι δυο συνθήκες καλύπτουν περισσότερο από το 60% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Γι’ αυτό και κανένας σχεδόν δεν έχει ακούσει για το σύμφωνο TPP. Οι συνομιλίες γίνονται πίσω από κλειστές πόρτες, με τόση μυστικοπάθεια που ακόμη και οι [δήθεν] εκλεγμένοι πολιτικοί μας δεν γνωρίζουν [ποτε δεν γνωρίζουν πέρα απ’ ότι τους επιτρέπουν να γνωρίζουν] τι εμπεριέχει αυτή η συμφωνία, παρά μόνο οι διαπραγματευτές και οι 600 εκπρόσωποι των πολυεθνικών κι όχι όλα κι όχι όλοι μαζί. Τα κείμενα τα οποία διέρρευσαν έχουν σοκάρει πολιτικούς και πολίτες της Χιλής, της Νέας Ζηλανδίας και της Αυστραλίας, οι οποίοι τώρα αντιδρούν στον τραμπουκισμό των πολυεθνικών και στην πίεση των ΗΠΑ οι οποίες βιάζονται να κλείσουν τη συμφωνία πριν τους πάρουν χαμπάρι οι νοήμονες πολίτες του πλανήτη. Η επιτακτική ανάγκη να στραφεί η προσοχή του κοινού μακριά από τις διαπραγματεύσεις της αμερικανο-ευρωπαϊκής συνθήκης γίνεται πολύ εύκολα αντιληπτή.

Είναι καλύτερα να μη βιαστεί κανείς να ανακοινώσει στη χώρα του τις επιπτώσεις που θα προκαλέσει η συμφωνία σε όλα τα επίπεδα: Από την κορυφή του ομοσπονδιακού κράτους μέχρι τους κυβερνήτες των πολιτειών, τα τοπικά κοινοβούλια και τα δημοτικά συμβούλια, οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν ριζικά τις δημόσιες πολιτικές τους, κατά τέτοιον τρόπο που να ικανοποιούνται οι ορέξεις του ιδιωτικού τομέα στους κλάδους που ακόμη έχει περιορισμένη πρόσβαση. Ασφάλεια τροφίμων, προδιαγραφές τοξικότητας, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τιμές φαρμάκων, ελευθερία στο Διαδίκτυο, προστασία της προσωπικής ζωής, ενέργεια, πολιτισμός, πνευματικά δικαιώματα, φυσικοί πόροι, επαγγελματική κατάρτιση, υποδομές του κράτους, μετανάστευση: Δεν υπάρχει ούτε ένας κλάδος δημόσιου ενδιαφέροντος που να μην υποτάσσεται στο θεσμοθετημένο ελεύθερο εμπόριο.

Η πολιτική δράση των εκλεγμένων αντιπροσώπων θα περιοριστεί στη διαπραγμάτευση με τις πολυεθνικές ή τους τοπικούς αντιπροσώπους τους γύρω από τα υπολείμματα κυριαρχίας που οι εταιρείες θα έχουν την ευγενή καλοσύνη να τους παραχωρήσουν. Ήδη ορίζεται ότι οι χώρες που θα υπογράψουν, θα διασφαλίσουν «την εναρμόνιση των νόμων, των ρυθμίσεων και των διαδικασιών τους» με τις διατάξεις της συμφωνίας. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι θα επαγρυπνούν σχολαστικά για να τιμήσουν τις δεσμεύσεις τους. Σε αντίθετη περίπτωση, θα μπορούσαν να συρθούν ενώπιον κάποιου από τα ειδικά δικαστήρια που θα δημιουργηθούν για να διευθετούν τις διαφορές μεταξύ των επενδυτών και των κρατών και τα οποία θα έχουν, μάλιστα, την εξουσία να επιβάλλουν εμπορικές κυρώσεις εναντίον των κρατών.

Επισήμως, το καθεστώς αυτό αρχικά σχεδιάστηκε για να βοηθήσει στη σταθεροποίηση της θέσης των επενδυτών στις αναπτυσσόμενες χώρες που δεν διαθέτουν αξιόπιστο δικαστικό σύστημα. Θα τους επέτρεπε, κυρίως, να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους σε περίπτωση εθνικοποίησης. Αλλά η Ε.Ε. και οι ΗΠΑ δεν αποτελούν ακριβώς περιοχές μη δικαίου. Αντίθετα, διαθέτουν δικαστικά συστήματα που λειτουργούν και σέβονται πλήρως το δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Θέτοντάς τις, παρ’ όλα αυτά, κάτω από την κηδεμονία ειδικών δικαστηρίων, η ΤΤΙΡ αποδεικνύει ότι στόχος της δεν είναι η προστασία των επενδυτών, αλλά η ενίσχυση της εξουσίας των πολυεθνικών.

Εννοείται, βέβαια, ότι οι νομικοί που θα στελεχώνουν τα δικαστήρια αυτά δεν θα έχουν να λογοδοτήσουν σε κανένα εκλογικό σώμα. Αντιστρέφοντας ελαφρώς τους ρόλους, θα μπορούν εξίσου καλά να υπηρετήσουν ως δικαστές ή να εκπροσωπήσουν τους ισχυρούς πελάτες τους. Οι νομικοί του διεθνούς επενδυτικού δικαίου αποτελούν έναν μικρόκοσμο: μόλις 15 άνθρωποι μοιράζονται το 55% των υποθέσεων που έχουν εκδικαστεί μέχρι σήμερα. Για ποιά δικαιοσύνη μιλάμε; Καταλαβαίνεις πως αυτό το meme «έχω εμπιστοσύνη στην … δικαιοσύνη» μόνο ως σύντομο ανέκδοτο μπορεί να λεχθεί. 

Οι Αποφάσεις τους είναι Τελεσίδικες κι Αδιαπραγμάτευτες

Δεν υπάρχει όριο στις κυρώσεις που μπορούν να επιβάλουν τέτοια ειδικά δικαστήρια σε βάρος των κρατών και προς όφελος των πολυεθνικών. Πέρσι, ο Ισημερινός καταδικάστηκε σε καταβολή ποσού – ρεκόρ, 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σε εταιρεία πετρελαίου. Ακόμη κι όταν οι κυβερνήσεις κερδίζουν τις δίκες, θα πρέπει να πληρώνουν δικαστικά έξοδα και διάφορες προμήθειες, τα οποία ανέρχονται, κατά μέσο όρο, σε 8 εκατομμύρια δολάρια ανά υπόθεση, μια σπατάλη σε βάρος των πολιτών. Γι’ αυτό οι κυβερνήσεις συχνά προτιμούν να διαπραγματευτούν με τους ενάγοντες, παρά να προβάλουν τα επιχειρήματά τους ενώπιον του δικαστηρίου. Έτσι, το κράτος του Καναδά γλύτωσε μια δικαστική μάχη ακυρώνοντας εσπευσμένα την απαγόρευση χρήσης ενός τοξικού προσθέτου που χρησιμοποιεί η πετρελαϊκή βιομηχανία.

Ορισμένοι επενδυτές έχουν μια πολύ διευρυμένη αντίληψη των αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων τους. Πρόσφατα, ευρωπαϊκές εταιρείες προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη κατά της αύξησης του κατώτατου μισθού στην Αίγυπτο ή κατά του περιορισμού των τοξικών εκπομπών αερίων στο Περού. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου στην αμερικανική ήπειρο χρησίμευσε στην προστασία του δικαιώματος του αμερικανικού ομίλου Renco να μολύνει το περιβάλλον.

«οχλήσεις στο εμπόριο» (trade irritants)

Ο γίγαντας της καπνοβιομηχανίας Philip Morris, έχοντας ενοχληθεί λόγω της αντικαπνιστικής νομοθεσίας σε Ουρουγουάη και Αυστραλία, έσυρε τις δύο χώρες σε ειδικό δικαστήριο. Ο αμερικανικός φαρμακευτικός όμιλος Eli Lilly επιδιώκει να αποδοθεί δικαιοσύνη σε βάρος του Καναδά, τον οποίο θεωρεί ένοχο επειδή εφάρμοσε σύστημα ευρεσιτεχνιών που κάνει ορισμένα φάρμακα πιο φθηνά. Η σουηδική εταιρεία παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας Vattenfall διεκδικεί αποζημίωση αρκετών εκατομμυρίων ευρώ από τη Γερμανία για την «ενεργειακή στροφή» της, με την οποία θεσμοθετείται πιο αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο για τη λειτουργία των εργοστασίων λιθάνθρακα και ταυτόχρονα επιδιώκεται η εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας.

Το σχέδιο της μεγάλης αμερικανο-ευρωπαϊκής αγοράς προωθείται εδώ και πολλά χρόνια από τον Διατλαντικό Οικονομικό Διάλογο (Trans-Atlantic Business Dialogue, TABD), ένα λόμπι που σήμερα είναι πιο γνωστό με την ονομασία Trans-Atlantic Business Council (TABC). Αυτό το φόρουμ πλούσιων επιχειρηματιών, το οποίο δημιουργήθηκε το 1995, υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του αμερικανικού υπουργείου Εμπορίου, υποστηρίζει ένθερμα έναν πολύ εποικοδομητικό «διάλογο» μεταξύ των οικονομικών ελίτ των δύο ηπείρων, της αμερικανικής κυβέρνησης και των Ευρωπαίων επιτρόπων στις Βρυξέλλες. Το TABC είναι ένα διαρκές φόρουμ που επιτρέπει στις πολυεθνικές να συντονίζουν τις επιθέσεις τους κατά των πολιτικών γενικού συμφέροντος, οι οποίες ακόμη διαθέτουν ερείσματα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Ο δημόσια διακηρυγμένος, στόχος του φόρουμ είναι η κατάργηση των ρυθμίσεων, τις οποίες ονομάζει «οχλήσεις στο εμπόριο» (trade irritants), δηλαδή η οικονομική δραστηριοποίηση των επιχειρήσεων στις δύο ηπείρους με τους ίδιους κανόνες και χωρίς κρατική ανάμιξη. Η «εναρμόνιση των ρυθμιστικών πλαισίων» και η «αμοιβαία αναγνώριση» αποτελούν μέρος των συνθημάτων του φόρουμ για να παροτρύνει τις κυβερνήσεις να επιτρέψουν προϊόντα και υπηρεσίες που παραβιάζουν τις εθνικές νομοθεσίες.

Άδικη απόρριψη του χοιρινού με ρακτοπαμίνη

Αντί, όμως, να προτείνουν μια κάποια χαλάρωση των νόμων που ισχύουν, οι ακτιβιστές της διατλαντικής αγοράς επιδιώκουν να τους ξαναγράψουν. Έτσι, το αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο και το BusinessEurope, δύο από τις μεγαλύτερες εργοδοτικές οργανώσεις του πλανήτη, κάλεσαν τις αντιπροσωπείες που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις της ΤΤΙΡ να οργανώσουν μια συνάντηση εργασίας με ορισμένους μεγαλομετόχους και πολιτικούς αξιωματούχους, προκειμένου να «συντάξουν μαζί τα ρυθμιστικά κείμενα», τα οποία, στη συνέχεια, θα περάσουν στη νομοθεσία των ΗΠΑ και των κρατών της Ε.Ε.. Είναι να αναρωτιέται κανείς, βέβαια, εάν η παρουσία των πολιτικών κατά τη σύνταξη των κειμένων κρίνεται πραγματικά απαραίτητη!!!

Κατά τα φαινόμενα, οι πολυεθνικές δείχνουν αξιοσημείωτη ειλικρίνεια στην αποκάλυψη των προθέσεών τους. Για παράδειγμα, στο ζήτημα των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ). Αν και, στις ΗΠΑ, οι μισές πολιτείες εξετάζουν το ενδεχόμενο να καταστήσουν υποχρεωτική την ένδειξη ότι κάποιο τρόφιμο περιέχει ΓΤΟ -μέτρο που υποστηρίζει το 80% των Αμερικανών καταναλωτών- οι βιομηχανίες αγροτικών και διατροφικών προϊόντων, όπως και οι ανταγωνιστές τους στην Ευρώπη, πιέζουν για την απαγόρευση ενδείξεων τέτοιου τύπου. Η αμερικανική Εθνική Ένωση Ζαχαροπλαστών δεν μάσησε τα λόγια της: «Η αμερικανική βιομηχανία θα επιθυμούσε η ΤΤΙΡ να προχωρήσει στο ζήτημα αυτό, καταργώντας τις ενδείξεις για ΓΤΟ και τις προδιαγραφές αναγραφής των συστατικών».

Από την πλευρά της, η Ένωση Βιομηχανιών Βιοτεχνολογίας (Biotechnology Industry Organization, BIO), με τη μεγάλη επιρροή της και με ισχυρά μέλη, όπως ο γίγαντας Monsanto, εκφράζει αγανάκτηση για το γεγονός ότι προϊόντα με ΓΤΟ που πωλούνται κανονικά στις ΗΠΑ απαγορεύονται στην ευρωπαϊκή αγορά. Κατά συνέπεια, η Ένωση εύχεται, «το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ της απορρύθμισης των νέων προϊόντων βιοτεχνολογίας στις Ηνωμένες Πολιτείες και της υποδοχής που τυγχάνουν στην Ευρώπη» να γεφυρωθεί ταχύτατα.8 Η Monsanto και οι φίλοι της δεν κρύβουν την ελπίδα τους ότι η διατλαντική ζώνη ελεύθερου εμπορίου θα τους επιτρέψει, επιτέλους, να επιβάλουν στους Ευρωπαίους τον «μακρύ κατάλογο προϊόντων με ΓΤΟ που περιμένουν να εγκριθούν και να χρησιμοποιηθούν»9.

Η επίθεση δεν είναι λιγότερο σαρωτική στο πεδίο της ιδιωτικής ζωής.

Η Συμμαχία Ψηφιακού Εμπορίου (Digital Trade Coalition, DTC), στην οποία συμμετέχουν βιομηχανίες από τους τομείς του Διαδικτύου και της υψηλής τεχνολογίας, πιέζει τους αντιπροσώπους στις διαπραγματεύσεις για την ΤΤΙΡ να άρουν τους φραγμούς που εμποδίζουν τις ελεύθερες ροές προσωπικών δεδομένων από την Ευρώπη προς τις ΗΠΑ. «Η σημερινή προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν παρέχουν ‘επαρκή’ προστασία στην ιδιωτική ζωή, δεν είναι λογική», δηλώνουν με επιμονή οι εκπρόσωποι των λόμπι. Στο φως των αποκαλύψεων του Έντουαρντ Σνόουντεν για το σύστημα κατασκοπείας της αμερικανικής Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας (National Security Agency, NSA), μια τόσο ξεκάθαρη άποψη σκανδαλίζει. Δεν φτάνει, ωστόσο, τη δήλωση του US Council for International Business (USCIB), ενός συνδέσμου επιχειρήσεων που, όπως ακριβώς η Verizon, παρείχαν σε μαζική κλίμακα προσωπικά δεδομένα στην NSA: «Η συμφωνία πρέπει να οριοθετήσει τις εξαιρέσεις, όπως η ασφάλεια και η προσωπική ζωή, για να διασφαλίσει ότι δεν θα χρησιμοποιηθούν ως καλυμμένα εμπόδια στο ελεύθερο εμπόριο».

Στο στόχαστρο, όμως, έχουν μπει και οι προδιαγραφές ποιότητας στο πεδίο της διατροφής

Η αμερικανική βιομηχανία κρέατος επιδιώκει να επιτύχει την κατάργηση του ευρωπαϊκού κανονισμού που απαγορεύει τα κοτόπουλα που έχουν απολυμανθεί με χλώριο. Ο όμιλος Yum! κάτοχος της αλυσίδας γρήγορου φαγητού Kentucky Fried Chicken (KFC), που βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή της μάχης αυτής, μπορεί να υπολογίζει στη δύναμη πυρός των εργοδοτικών οργανώσεων. «Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει μόνο τη χρήση νερού και ατμού στα κοτόπουλα» διαμαρτύρεται η Βορειοαμερικανική Ένωση Κρέατος, ενώ μια άλλη ομάδα πίεσης, το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κρέατος, εκφράζει τη λύπη του για «την αδικαιολόγητη απόρριψη» από τις Βρυξέλλες «των κρεάτων με αναβολικά πρόσθετα, όπως η υδροχλωρική ρακτοπαμίνη».

Η ρακτοπαμίνη είναι φάρμακο που χρησιμοποιείται για την αύξηση του όγκου του άπαχου κρέατος σε χοίρους και βοοειδή. Λόγω των κινδύνων που εγκυμονεί για την υγεία ζώων και καταναλωτών, έχει απαγορευτεί σε 160 χώρες, μεταξύ τους και τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., η Ρωσία και η Κίνα. Για τον αμερικανικό όμιλο παραγωγής χοιρινού κρέατος, το προστατευτικό αυτό μέτρο αποτελεί διατάραξη του ελεύθερου ανταγωνισμού, στην οποία η συμφωνία ΤΤΙΡ πρέπει επειγόντως να δώσει τέλος.

«Οι αμερικανικές εταιρείες παραγωγής χοιρινού κρέατος δεν θα αποδεχθούν άλλο αποτέλεσμα παρά την άρση της ευρωπαϊκής απαγόρευσης της ρακτοπαμίνης», απειλεί το Εθνικό Συμβούλιο Παραγωγών Χοιρινού Κρέατος (National Pork Producers Council, NPPC). Στο μεταξύ, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι βιομήχανοι που συμμετέχουν στο BusinessEurope καταγγέλλουν «τα εμπόδια που επηρεάζουν τις ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως ο αμερικανικός νόμος περί διατροφικής ασφάλειας». Πράγματι, από το 2011, ο συγκεκριμένος νόμος δίνει τη δυνατότητα στις υπηρεσίες ελέγχου να αποσύρουν από την αγορά τα μολυσμένα εισαγόμενα προϊόντα. Οι διαπραγματευτές της ΤΤΙΡ δέχονται εκκλήσεις να εξουδετερώσουν και αυτή τη διάταξη.

Τα ίδια ισχύουν και στο πεδίο των αερίων του θερμοκηπίου.

Η οργάνωση Airlines for America (A4A), το μακρύ χέρι των αμερικανικών εταιρειών αερομεταφορών, συνέταξε κατάλογο «άχρηστων διατάξεων, οι οποίες προκαλούν σημαντική ζημιά στη βιομηχανία» τους και τις οποίες η ΤΤΙΡ μπορεί, φυσικά, να καταργήσει. Στην πρώτη θέση του καταλόγου βρίσκεται το ευρωπαϊκό σύστημα ανταλλαγής ποσοστώσεων εκπομπής αερίων, το οποίο υποχρεώνει τις αεροπορικές εταιρείες να πληρώνουν για το διοξείδιο του άνθρακα που εκπέμπουν. Οι Βρυξέλλες ανέστειλαν προσωρινά το συγκεκριμένο πρόγραμμα. Η Α4Α απαιτεί την οριστική κατάργησή του στο όνομα της «προόδου».Δείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα

Σελίδες — 1 2 3 4

Advertisement