Ζέα ή Ζειά: Το αρχαιότερο δημητριακό και βασικό συστατικό της διατροφής των αρχαίων

Advertisement

Εις τό διαδίκτυο, έάν γράψετε τήν λέξιν “Ζειά”, θά εκπλαγείτε. Θά διαβάσετε πάρα πολλά, εις τήν παράγραφο ”ΣΤΗΝ ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ” (ύμνοι Όρφέως, Ομηρικά έπη, Μύθοι), διαβάζουμε:

«Ή πόλη τών Αθηνών ονομαζόταν και Ζείδωρος, διότι έπί του εδάφους της έκαλλιεργειτο έκτος άπό τήν έλαία και τό δημητριακό ζειά. Τό ζειά μέ τό ζήτα δηλώνει ζωή, μέ τό εψιλον γιώτα τήν μακρά πορεία και μέ τό άλφα που είναι τό πρώτο στοιχείο τό άριστον, τήν παρουσία του Αιθέρα (τό στοιχείο πού βρίσκεται παντού και δομεί τά πάντα είναι ό Αιθέρας), άρα ζειά σημαίνει μακροζωία».

Τήν Ζειά φορτοεκφόρτωναν άπό ένα λιμάνι του Πειραιώς που έξ αυτής έλαβε τό όνομα Ζέα, και μέχρι σήμερα τό λιμάνι ονομάζεται Ζέα.Και τώρα πώς επεβλήθη ή ζειά νά ερμηνεύεται εις ορισμένα λεξικά ώς ζωοτροφή. Εις τό διαδίκτυο χειριζόμενοι τήν λέξιν “Ζειά” εις τήν ΙΛΙΑΔΑ – ραψωδία Ε, στίχοι 121-240 διαβάζουμε:

«…παρά δέ σφίν έκάστω δίζυγες ίπποι έστάσι κρί λευκόν έρεπτόμενοι και όλύρας» (195). Πιό κάτω ό μεταφραστής, ελαφρά τή συνειδήσει, ή καλοπληρωμένος μεταφράζει: «…εις κάθε αμάξι είναι σιμά ζευγαρωτά πουλάρια, στέκουν και τρώγουν τήν ζειά και τό λευκό κριθάρι».

Έδώ δολοφονείται ή Ζειά, διότι ό μεταφραστής, μεταφράζει τήν ζωοτροφή “όλύρας” εις “ζειά”. Οι μεταγενέστεροι αντιγράφουν από αυτό ζειά = όλύρας = ζωοτροφή, ένώ ό Όμηρος εγνώριζε και τά δύο, ζειά και όλύρας, και έγραφε πάντα τό ορθόν, αυτό που ήθελε και έπρεπε νά διδάξη. Έδώ γράφει σαφώς: «κρι λευκόν έρεπτόμενοι και όλύρας».

Όχι ζειά, όπως ελαφρά τήν συνείδησιν και βαρυτάτην άγνοια γράφουν οι μεταφρασταί.Από τις έρευνες που έκανα, κατέληξα ότι όλύρα ώνόμαζαν τόν σημερινόν “Οροβον κοινώς ρόβην ή τό ρόβι. Πρόκειται διά τήν πιό δυνατή και αγαπητή εις τά ζώα τροφή. Ομοιάζει μέ τό βίκο (άγριαρακά). Είναι ή πιό θρεπτική τροφή τών ζώων, άλλα είναι βλαβερή διά τόν άνθρωπον.Ή όλύρα εκαλλιεργείτο από αρχαιοτάτων χρόνων εις την Ελλάδα ως ζωοτροφή. Ήτο μεσογειακό φυτό (Λεξικό “ΗΛΙΟΣ”, λήμμα Όροβος).

Είναι λογικόν νά κατάληξη μέ τόν χρόνο ή όλύρα εις όροβο. Εις τό λεξικό “LINDELL & SCΟΤΤ” θά τήν βρήτε ώς Σίκαλιν η Αγριοσίκαλιν, αυτήν τήν σύγχυσιν έκαλλιέργησαν οι φιλέλληνες… διά νά ξεχάσουμε τήν Ζειά.

Ή Ζειά καλλιεργείται σήμερα εις πολλές χώρες τής Ευρώπης και εις τόν Καναδά εις μεγάλην εκτασιν, φέρει δέ όνομα ανάλογο τής γλώσσης έκαστης χώρας. Οι Ιταλοί τήν ονομάζουν Faro, οί Γερμανοί Dingel, κ.τ.λ. Οί Έλληνες εισάγουμε σήμερα αλεύρι Ζειά άπό τήν Γερμανία μέ τό όνομα Ντίνγκελ, ώς μή περιέχον γλουτένη, αντί 6,45 Εύρώ, ήτοι τό αγοράζουμε Δέκα φορές άκριβώτερα άπό τό σιταρένιο.

Γ. Γ. ΑΫΦΑΝΤΗΣ «Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ» ΣΣ. 443-451

Η Διατροφη στην αρχαια Ελλαδα: Τις διατροφικές συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων χαρακτήριζε η λιτότητα, κάτι που αντικατόπτριζε τις δύσκολες συνθήκες υπό τις οποίες διεξάγετο η ελληνική γεωργική δραστηριότητα. Θεμέλιο τους ήταν η λεγόμενη «μεσογειακή τριάδα»: σιτάρι, λάδι και κρασί. Στη βάση της διατροφής των αρχαίων Ελλήνων συναντούμε τα δημητριακά, ζεία και σε περιπτώσεις ανάγκης μείγμα κριθαριού με σιτάρι, από το οποίο παρασκευαζόταν ο άρτος.

Με το σιτάρι που χρησιμοποιείται σήμερα οι αρχαίοι τάιζαν τα ζώα. Τα δημητριακά συνοδεύονταν από οπωροκηπευτικά (λάχανα, κρεμμύδια, φακές και ρεβίθια). Η κατανάλωση κρέατος και θαλασσινών σχετιζόταν με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας, αλλά και με το αν κατοικούσε στην πόλη, στην ύπαιθρο ή κοντά στη θάλασσα. Οι Έλληνες κατανάλωναν τα γαλακτοκομικά και κυρίως το τυρί. Το βούτυρο ήταν γνωστό, αλλά αντί αυτού γινόταν χρήση κυρίως του ελαιόλαδου.

Το φαγητό συνόδευε κρασί (κόκκινο, λευκό ή ροζέ) αναμεμειγμένο με νερό. Πληροφορίες για τις διατροφικές συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων παρέχουν τόσο οι γραπτές μαρτυρίες όσο και διάφορες καλλιτεχνικές απεικονίσεις: οι κωμωδίες του Αριστοφάνη και το έργο του γραμματικού Αθήναιου από τη μία πλευρά, τα κεραμικά αγγεία και τα αγαλματίδια από ψημένο πηλό από την άλλη.

Δημητριακά και ψωμί: Τα δημητριακά αποτελούσαν τη βάση της διατροφής των αρχαίων Ελλήνων, κατά τη μινωική, τη μυκηναϊκή και την κλασική περίοδο. Χαρακτηριστικό είναι πως η Αθήνα του Περικλή, αποτελούσε το μεγαλύτερο εισαγωγέα σιτηρών του αρχαίου κόσμου: τα φορτία που κατέφθαναν από τη Μαύρη Θάλασσα και τον Ελλήσποντο ανέρχονταν κατά μέσο όρο σε 19.000 τόνους ετησίως. Κύρια προϊόντα ήταν το σκληρό σιτάρι (πύρος), η όλυρα (ζειά) και το κριθάρι (κριθαί).

Το σιτάρι μουσκευόταν προκειμένου να γίνει μαλακό και κατόπιν επεξεργαζόταν με δύο πιθανούς τρόπους: πρώτη περίπτωση ήταν το άλεσμά του προκειμένου να γίνει χυλός, ώστε να αποτελέσει συστατικό του λαπά. Η άλλη περίπτωση ήταν να μετατραπεί σε αλεύρι (ἀλείατα) από το οποίο προέκυπτε το ψωμί (ἄρτος) ή διάφορες πίττες, σκέτες ή γεμιστές με τυρί ή μέλι.Η μέθοδος «φουσκώματος» του ψωμιού ήταν γνωστή.

Κατά τη ρωμαϊκή εποχή οι Έλληνες χρησιμοποίησαν κάποιο αλκαλικό συστατικό ή μαγιά σαν καταλύτη της διαδικασίας. Η ζύμη ψηνόταν στο σπίτι σε υπερυψωμένους φούρνους από άργιλο (ἰπνός). Μια απλούστερη μέθοδος προέβλεπε την τοποθέτηση αναμμένων κάρβουνων στο έδαφος και την κάλυψη του σκεύους με καπάκι σε σχήμα θόλου (πνιγεὐς). Όταν το έδαφος ήταν αρκετά ζεστό, τα κάρβουνα απομακρύνονταν και στη θέση τους τοποθετούταν η ζύμη, η οποία καλυπτόταν και πάλι από το καπάκι.

Κατόπιν τα κάρβουνα αποθέτονταν πάνω ή γύρω από το καπάκι για διατήρηση της θερμοκρασίας. Οι πέτρινοι φούρνοι έκαναν την εμφάνισή τους κατά τη ρωμαϊκή πια περίοδο.

Ο Σόλων, ο Αθηναίος νομοθέτης του 6ου αιώνα π.κ.ε., όρισε πως το ψωμί από σιτάρι έπρεπε να καταναλώνεται μόνο κατά τις εορταστικές ημέρες. Από την κλασική εποχή και έπειτα, και μόνο για εκείνους που είχαν τα οικονομικά μέσα, το εν λόγω ψωμί ήταν διαθέσιμο καθημερινά στα αρτοπωλεία. Το κριθάρι ήταν απλούστερο στην παραγωγή, μα αρκετά πιο δύσχρηστο στην παραγωγή ψωμιού.

Το ψωμί που προκύπτει από το κριθάρι είναι θρεπτικό αλλά και βαρύτερο. Συνεπώς συνήθως ψηνόταν προτού αλεστεί για να προκύψει αλεύρι (ἄλφιτα), το οποίο χρησίμευε στην παραγωγή (τις περισσότερες φορές άνευ ψησίματος καθώς οι σπόροι ήταν ήδη ψημένοι) του βασικού πιάτου της ελληνικής κουζίνας, που ονομαζόταν μᾶζα.

Γενικά το σιταρένιο ψωμί λεγόταν «άρτος», το κριθαρένιο «άλφιτον», το προερχόμενο με ζύμη που ψηνόταν σε χαμηλούς κλιβάνους (είδος γάστρας) λεγόταν «ζυμίτης», ενώ το προερχόμενο χωρίς ζύμη που ψηνόταν σε ανθρακιά λεγόταν «άζυμος» και ιδιαίτερα «σποδίτης». Οτιδήποτε τρώγονταν με ψωμί (προσφάγιο) λεγόταν «όψον». Ο άρτος ή το άλφιτο που τρώγονταν βουτηγμένο σε άκρατο οίνο (ανέρωτο) λεγόταν «ακράτισμα».

Το ακράτισμα τρώγονταν κυρίως το πρωί, εξ ου και το πρωινό γεύμα λέγονταν ομοίως ακράτισμα. Χαρακτηριστικά οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν τους Έλληνες «κριθαροφάγους», ενώ στην κωμωδία «Ειρήνη» ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί την έκφραση «ἔσθειν κριθὰς μόνας», που μεταφράζεται «το να ζει κανείς μονάχα με κριθάρι» ή κατά τη νεοελληνική έκφραση «τη βγάζω με νερό και ψωμί». Στις μέρες μας επιβιώνουν διάφορες συνταγές για την παρασκευή μάζας. Σερβιριζόταν ψημένη ή ωμή, με τη μορφή χυλού ή ζυμαρικών ή ακόμη και πίττας. Επίσης μπορούσε να νοστιμίσει με τυρί ή μέλι.

Δείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα

Σελίδες — 1 2 3

Advertisement